Η αληθινή τέχνη περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει

18/08/2025 § Σχολιάστε

«το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος»

Stratos Fountoulis, Opus Dei(?) 33, mixed media on canvas 60x60cm, 2005

Stratos Fountoulis, Opus Dei(?) 33, mixed media on canvas 60x60cm, 2005

Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε κάποτε γράψει στα πλαίσια αναφοράς του σε μια τότε («Αρτισύστατοι πεζογράφοι 19.10 1997») διαπίστωση εκείνου και άλλων εκείνη την εποχή, για έναν υπερκερασμό στη νεοελληνική «ποίηση»-ναι, με εισαγωγικά- και που ανεμένετο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, μια στροφή στην πεζογραφία. Δεν θα επεκταθώ στις αποσαφηνίσεις του Κ.Π. όσων αναφορά τις διαπιστώσεις του, στέκομαι σε μία μόνο παράγραφό του: «… η λογοτεχνία δεν δημιουργεί τον κόσμο με αλήθειες, αλλά με ψέματα. Μόνο με τα χρόνια και τη δουλειά αντιλαμβάνεται κανείς ότι το άμεσο βίωμα –απαραίτητο σαν φροντιστήριο- δεν διδάσκει λογοτεχνία. Όσο κοινότοπη κι αν είναι αυτή η αρχή, αξίζει πάντα να την τονίζουμε: για να πείσει ένα γραφτό πρέπει να είναι πλάσμα της φαντασίας, νεοσύστατη ζωή· αντίθετα όλες οι καταγραφές που γίνονται με αφελή απόδειξη ταυτότητας δεν πείθουν ή τουλάχιστον δεν ενδιαφέρουν. Η αληθινή λογοτεχνία περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει»[1]

Φυσικά ο Κ.Π. δεν είναι ο πρώτος που κάνει αυτές τις διαπιστώσεις, αρκεί να θυμηθούμε το «η ζωή μιμείται την τέχνη πολύ καλύτερα από ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή» του Όσκαρ Ουάιλντ ή τον σύγχρονο Μίλαν Κούντερα που συμπεραίνει: «Χωρίς την παρουσία του ύψιστου Κριτή, ο κόσμος εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια επικίνδυνη αμφισημία. Η μία και μοναδική Θεία Αλήθεια αποσυντέθηκε σε μυριάδες σχετικές αλήθειες, διάσπαρτες ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι γεννήθηκε ο κόσμος των Νέων χρόνων και μαζί του το μυθιστόρημα, είδωλο και πρότυπό του» και που στη συνέχεια συμπεραίνει ότι εάν το να νοήσεις μαζί με τον Καρτέσιο το «σκεπτόμενο εγώ» είναι μία στάση που ο Χέγκελ κρίνει ως ηρωική, αλλά μήπως εξίσου ηρωική δεν είναι η απόλυτη αμφισημία του Θερβάντες για να αντιμετωπίσει όχι μία μόνο κατ’ ανάγκη, απόλυτη αλήθεια, αλλά ένα πλήθος από σχετικές αλήθειες που αντιφάσκουν μεταξύ τους, «αλήθειες ενσωματωμένες  σε φανταστικά εγώ που ονομάζονται μυθιστορηματικά πρόσωπα», και συνεχίζει: «το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος».[2]

Ο νατουραλιστής Ζολά όσο και εάν προσπάθησε να αποδώσει με όλες τις δυνάμεις του τεράστιου ταλέντου που πράγματι διέθετε, την πιστότητα της ζωής και της κοινωνίας, δεν απέφυγε ούτε τον κανόνα του φανταστικού εγώ αλλά ούτε και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Οι νατουραλιστικοί, λεγόμενοι κανόνες του, δεν βρήκαν την ανταπόκριση που άξιζαν στο χρόνο (διαβάζεται ελάχιστα) λόγω του απροσδιόριστου της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ή λόγω του χάους της αμφισημίας που διαποτίζει τον άνθρωπο και την έκβαση των κοινωνιών που αυτός δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί, αλλά και λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της φιλοσοφικής, αισθητικής και κριτικής σκέψης –αντιθέτως, το έργο του κατά πολύ παλαιότερου του Ζολά,  του Θερβάντες αντέχει, συνεχώς επανεκδίδεται, διαβάζεται και στις μέρες μας, σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.

Η ραγδαία ανάπτυξη της κοινωνικής ευμάρειας σε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και τάξεις μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκε και ο καθοριστικός ρόλος του ανώνυμου αναγνώστη που με την αγοραστική του δύναμη και αυξανόμενη γνώση καθορίζει και επηρεάζει το βιβλίο και φυσιολογικά τον συγγραφέα που δεν μπορεί πλέον να τον αγνοήσει, αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση με την οποία, ίσως επανέλθω. Θέλω μόνο επιγραμματικά να τονίσω τη σπουδαιότητα της νέας αυτής αυξανόμενης επιρροής του αναγνώστη, και κατά πόσο στα τέλη του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα λαμβάνονταν πλέον πολύ σοβαρά υπόψη από τους δημιουργούς, χαρακτηριστικά ο Προυστ, που ως γνωστόν διάβαζε πολύ και με πάθος αναφέρει: Είναι ίδιον της μετριότητας να ισχυρίζεται «ότι το να αφηνόμαστε να μας καθοδηγούν τα βιβλία που θαυμάζουμε, αφαιρεί από την κριτική μας ικανότητα μέρος της ανεξαρτησίας της».[3] Η αλληλεπίδραση συγγραφέα/καλλιτέχνη- ανώνυμου αναγνώστη/καταναλωτή είναι πλέον γεγονός και που στο εξής θα υποχρεώσει τους δημιουργούς να αλλάξουν οριστικά τον τρόπο της έκφρασής τους γενικότερα.

Στο θέμα μας. Ας πάρουμε την κατάλληλη δημιουργική απόσταση από την πολύτροπη πραγματικότητα που θα μας επιτρέψει να την κατανοήσουμε καλύτερα, αυτό άλλωστε είναι η τέχνη. Ας πάρουμε επίσης τις αποστάσεις μας από τους προσδιορισμούς του χώρου και του χρόνου για την καταγραφή ενός οιουδήποτε συμβάντος στον κόσμο. Η τέχνη δεν απαιτεί την αλήθεια, αλλά την αληθοφάνεια.

Για τον Μπόρχες, και για πολλούς μετά από αυτόν, η μόνη πραγματικότητα είναι η γραμμένη λέξη, τίποτα πέραν αυτής· τίποτα δεν υφίσταται, είναι η μόνη οντολογικά πραγματική και η πραγματικότητα αυτή υπάρχει εφόσον υπάρχει και αναφέρεται στο γραπτό λόγο, στα κείμενα.

Τελειώνω με ένα έξοχο, σύντομο αφήγημα του δικού μας Ε.Χ. Γονατά, Τα μοσχοβούβαλα:

‘Σέρνει με το λουρί απ’ το λαιμό δυο υπέροχα κανελλιά μοσχοβούβαλα. Δίπλα της οι δυο κόρες της καμαρωτές και υπάκουες την ακολουθούν χοροπηδώντας ναζιάρικα. Ξαφνικά το ένα μοσχαράκι γυρίζει και χωρίς προφανή λόγο χώνει μια γερή δαγκωματιά στο μπούτι του πιο μικρού κοριτσιού. Η μικρούλα βγάνει τότε απ’ την τσέπη της ποδιάς της ένα μαχαιράκι και περνώντας το μπροστά απ’ τα μάτια του ατίθασου ζώου, σφίγγοντας τα δόντια, αρχίζει να χαράζει τη ράχη του, απ’ όπου τρέχει άφθονο αίμα, ενώ του λέει: «Αυτό για να σε συνετίσει, για να σου γίνει μάθημα να μην το επαναλάβεις ποτέ», και συνεχίζει να προχωρά, χοροπηδώντας ναζιάρικά’.

____________
[1] Κωστή Παπαγιώργη, Υπεραστικά, εκδόσεις Καστανιώτη
[2] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία
[3] Μαρσέλ Προυστ, Ημέρες ανάγνωσεις, εκδόσεις Ίνδικτος

©Αγριμολόγος

A’ δημοσίευση 18/08/2025

[Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση ·

19/10/2023 § Σχολιάστε

Σ. Τριανταφύλλου: Το μετριοπαθές Ισλάμ είναι ένας μύθος

Η αναζήτηση των ορίων της πολυπολιτισμικότητας, της διαφοράς της από μια ανοιχτή, πλουραλιστική κοινωνία η οποία υποδέχεται τον άλλον στη βάση κανόνων αλληλοσεβασμού, έχει προ πολλού ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ Δυτικών διανοουμένων, χριστιανών και «εκκοσμικευμένων» μουσουλμάνων. Οι δίαυλοι επικοινωνίας της δικής μας αριστερορθόδοξης κοινωνίας, τόσο με τα επιχειρήματα που διατυπώνονται όσο και με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται, δεν φαίνεται να λειτουργούν, παρά μόνο τις ημέρες του σοκαριστικού γεγονότος. Κι αυτό, υπό την προϋπόθεση της ασφαλούς απόστασης. Αυτοί που, εδώ και καιρό, θέτουν τον προβληματισμό σε κάθε ευκαιρία και με όρους δημοκρατίας εισπράττουν την μήνιν και η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μία τέτοια «συνήθης ύποπτη» για τα καινά δαιμόνια.

Συνέντευξη στη ©Σίσσυ Αυλωνιστιώτου στην Καθημερινή 29.22.2015 

Για το βιβλίο της που κυκλοφόρησε το 2015 («Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση – Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία», εκδ. Πατάκη) τη ρωτήσαμε λίγα πράγματα. Είχε κυκλοφορήσει λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα στο Παρίσι.

Παλιά σύγκρουση

– Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, είπες και έγραψες ότι «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Δεν πιστεύεις ότι είναι μια φράση υπερβολική που συμβάλλει σε αυτό που ονομάζουμε «ρητορική του μίσους»;

– Aνέφερα μια φράση του Μάρκο Πόλο για να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι η σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν χρονολογείται ούτε από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ούτε, φυσικά, από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν – ότι δεν τίθεται ζήτημα «εκδίκησης των καταπιεσμένων». Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύω ότι η πολιτική ορθότητα στον ευρω-ατλαντικό κόσμο καταργεί, δογματικά, την πραγματικότητα μέσω της ενοχοποίησης της Δύσης και των ευσεβών πόθων για την καλοήθεια της Ανατολής. Η πολιτική ορθότητα έχει δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο από καλούς τριτοκοσμικούς και κακούς πρωτοκοσμικούς, από θύματα και θύτες. Και προσπαθεί να επιβάλει ασφυκτική λογοκρισία. Oσο για το μετριοπαθές Ισλάμ, είναι ένας μύθος. Θα επαναλάβω την αυτονόητη αλήθεια ότι, πράγματι, υπάρχουν μουσουλμάνοι που έχουν απομακρυνθεί από τη θρησκεία, που έχουν, τρόπον τινά, εκκοσμικευτεί. Αν ακούσουμε ανθρώπους σαν τον Μπουαλέμ Σαμσάλ –τον Αλγερινό συγγραφέα του βιβλίου «2084»– που διέρρηξαν τη σχέση τους με τη μουσουλμανική τους ανατροφή, θα καταλάβουμε το επίσης αυτονόητο: όποιος παραμένει στο εσωτερικό του μουσουλμανισμού έχει συγκεχυμένα συναισθήματα έναντι της τζιχάντ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν οι φιλειρηνικοί άνθρωποι που τηρούν το Ραμαζάνι και περνάνε κάπου κάπου μια βόλτα από το τζαμί. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, οι μετανάστες από την Αφρική και την Ανατολή ανατρέφονται σε θεοσεβούμενες κοινότητες, μερικές από τις οποίες είναι οριακά φανατικές ή φανατικές.

Το «μέτρο» του φανατισμού δεν είναι μόνον η επιθυμία για βία ή η άσκηση βίας αλλά και η άρνηση ένταξης στις δυτικές κοινωνίες, η εξύμνηση της απομόνωσης των κοινοτήτων σε δικό τους χώρο και χρόνο, η εθνικιστική αναδίπλωση, ο ρατσισμός έναντι των «λευκών», το σύμπλεγμα ανωτεροκατωτερότητας, ο μισογυνισμός, η απόρριψη του λαϊκού σχολείου και η απαξίωση της γνώσης. Αυτά επιτείνουν την αμάθεια και τη θρησκοληψία με αποτέλεσμα τον εξτρεμισμό. Η ρητορική μίσους δεν ωφελεί – αλλά δεν ωφελεί ούτε η εθελοτυφλία, ο εξωραϊσμός μιας πολύ ανησυχητικής κατάστασης που μοιάζει σήμερα με ελέφαντα σε δωμάτιο. Η ισλαμοφοβία είναι φυσικό και αναμενόμενο αντανακλαστικό. Από την πλευρά τους, οι ηγεσίες ορθώς πράττουν όταν προσπαθούν να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και να αποτρέψουν πράξεις βίας εκ μέρους των Ευρωπαίων. Για να καθησυχαστούν όμως οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, είναι απολύτως απαραίτητη η ενεργός κινητοποίηση των μουσουλμάνων εναντίον του εξτρεμισμού. Κάτι που, όπως φαίνεται, δεν συμβαίνει σε μαζική κλίμακα.

Αξίες και δικαιώματα

– Απορρίπτοντας την πολυπολιτισμικότητα δεν στρεφόμαστε εναντίον των ίδιων των δυτικών αξιών που υπερασπιζόμαστε;

– Οχι. Υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην πολυπολιτισμική και στην πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία. Πλουραλισμός είναι μια δεδομένη κατάσταση ποικιλίας φυλών, θρησκειών, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Οι κοινωνίες μας είναι πλουραλιστικές, «ανοιχτές» – άλλες πολύ, άλλες λιγότερο. Η πολυπολιτισμικότητα είναι πολιτικό πρόγραμμα που αντιτίθεται στην αφομοίωση των ξένων διότι τη θεωρεί υπερβολικά βίαιη. Με το πρόσχημα των «δικαιωμάτων», επιτρέπει τη δημιουργία ξεχωριστών κοινοτήτων που εξελίσσονται σε παράλληλες κοινωνίες οι οποίες όχι μόνον δεν σέβονται τους νόμους και το έθος της χώρας υποδοχής αλλά εφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα ανατροπής αυτών των νόμων και του έθους. Ο πλουραλισμός μπορεί να μας εμπλουτίζει, η πολυπολιτισμικότητα όμως υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τους θεσμούς της δημοκρατίας. Και, παρότι η Αριστερά πιστεύει στην πρόοδο μέσω της ανάπτυξης «δικαιωμάτων», το δικαίωμα στη Σαρία –μερικώς ή ολικώς– αποδεικνύει για ακόμα μία φορά στην Ιστορία ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οπισθοχωρήσει, ότι ο δρόμος δεν μας οδηγεί υποχρεωτικά προς τα μπρος.

Οι ευθύνες της Δύσης

– Σε ποιο βαθμό και τι είδους ευθύνες αναγνωρίζεις στη Δύση για τη «ριζοσπαστικοποίηση» του Ισλάμ;

– Οι δυτικές χώρες δεν είναι παντοδύναμες όπως νομίζουν πολλοί. Δεν ευθύνονται για όλα τα δεινά, ούτε μπορούν να τα διορθώσουν, ακόμα κι αν το επιθυμούν. Οπως έχουμε επαναλάβει συχνά, οι ΗΠΑ διέπραξαν εγκληματικό σφάλμα όταν υποστήριξαν τους μουτζαχεντίν εναντίον της αφγανικής κυβέρνησης η οποία προσέκειτο στην τότε ΕΣΣΔ. Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, καλοήθης – όσο καλοήθης μπορεί να είναι η πολιτική μιας διεθνούς δύναμης: όμως, η λεγόμενη «εισβολή» στο Αφγανιστάν ξεσήκωσε τις υπερευαίσθητες ευρωπαϊκές ψυχές και οι ΗΠΑ βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ μέσω των φανατικών μουσουλμάνων. Οι οποίοι στη συνέχεια δημιούργησαν πυρήνες εξισλαμισμού σε όλη τη Δύση ευνοούμενοι από την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Αυτά παθαίνει όποιος εφαρμόζει την ανόητη πολιτική τού «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»… Αν προσθέσουμε τη διφορούμενη στάση της Δύσης στην αραβοϊσραηλινή διένεξη, έχουμε μια εικόνα πολύ περίπλοκων προβλημάτων που ίσως συνετέλεσαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Αλλά επιμένω ότι η ισλαμική θεμελιοκρατία οφείλεται κυρίως σε ενδογενή προβλήματα των μουσουλμανικών κοινοτήτων που απέτυχαν να γίνουν πολίτες της Δύσης: σε αυτό έπαιξε ρόλο η διχαστική πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Τέλος, ένα από τα κίνητρα της ριζοσπαστικοποίησης των μουσουλμάνων δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι η φθονερή απόρριψη ενός συστήματος και μιας κοινωνίας στην οποία, παρότι τους δόθηκαν όλα τα μέσα, απέτυχαν να ενσωματωθούν. Η «ριζοσπαστικοποίηση» δεν πρέπει να αποδίδεται στη φτώχεια: η μαρξίζουσα ερμηνεία παραείναι εύκολη.

[θαυμασμός σε αυτούς που δεν αμφιβάλλουν ποτέ·

22/06/2023 § Σχολιάστε

Cy Twombly, oil on canvas, 1961

Θαυμάζω τους ανθρώπους που, στην αρχή μιας πολεμικής ή βίαιης σύρραξης με θύματα,  χωρίς κανένα δισταγμό, και σε κλάσματα δευτερολέπτου, έχουν διαλέξει «με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουν». Και όχι, μία φωτογραφία με παιδάκια να κλαίνε δεν είναι πάντα η αλήθεια, είναι ένα παγωμένο στιγμιότυπο ενός τεράστιου συνόλου με πολλές παραμέτρους που δεν θα μπορούσε να «πιάσει» ένας φωτογραφικός φακός. Όμως, πάραυτα, κάποιοι δεν χρειάζονται ποτέ πάνω από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να συμμαχίσουν «με τους, (κατά την άποψή τους) αδικημένους». Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τόσους ανθρώπους με τόση συσσωρευμένη σοφία και γνώση, που γνωρίζουν εις βάθος Όλα τα αίτια των διεθνών συγκρούσεων. Μπράβο. Γνωρίζουν τα πάντα.

Πως να μην θαυμάσει κανείς, αυτούς που δεν έχουν ποτέ, καμία αμφιβολία.

Α’ δημοσίευση: 13/05/2021

[Η ελληνική σύλληψη του κόσμου ·

24/03/2023 § Σχολιάστε

Απόσπασμα από την ιστορική διάλεξη του Κορνήλιου Καστοριάδη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984.

«Η θέσμιση της κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο φαντασιακών σημασιών. Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σε κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:

Α. Η ερμηνεία που είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών του 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, αλλά προβλήματα και σκοπός που η πραγματοποίηση τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σε ότι άφορα την ανθρώπινη ζωή.

Β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι η ιδέα του Χάους. Για τον Ησίοδο {Θεογονία, στίχος 116), το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ’. Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια του χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης α-ταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη του κόσμου, που είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ο ποιητής του δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος (στίχοι 717─720, 722─723, 724─730, 731─735). Οι «ρίζες» του κόσμου «της γης και της στείρας θάλασσας»- βγαίνουν απ’ αυτό το τεράστιο κιούπι, που το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» του κόσμου -κόσμος = τάξη-, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ο τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει -προς το παρόν- ο Ζευς, και την κάνει να είναι κατά κάποιο τρόπο κόσμος.

Γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμία υπερβατική εξωκοσμική δύναμη που να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει». Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Έξαλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σε μια απρόσωπη Μοίρα, η οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ο Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω του αγγελιαφόρου του Ερμή ότι: νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ᾽· οὐκ ἐκ τῶνδ᾽ ἐγὼ δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην; τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ᾽ ἐπόψομαι αἴσχιστα καὶ τάχιστα. Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε πως κατοικείτε απροσπέλαστα απ’ τον πόνο παλάτια• μήπως δεν είδα μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων; Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα] Προμηθεύς Δεσμώτης, στίχ. 955─959.

Τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα -κι αυτή είναι η εποχή που με ενδιαφέρει: 8ος-5ος αιώνας- για την αρχαία ελληνική αντίληψη, η μετά θάνατον ζωή ή δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι πολύ χειρότερη απ’ την επίγεια ζωή. Αυτό λέγεται σαφώς στην Οδύσσεια, στη Νέκυια (λ, 488), όταν ο Οδυσσέας συναντα τη σκιά του νεκρού Αχιλλέα στον Άδη, η οποία και τού λέει: μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Ὀδυσσεῦ. βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐών θητευέμεν ἄλλῳ, ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη, ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν. [Το θάνατο μη μου παινεύεις λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα την γη να δουλεύω υποτακτικός κάποιου φτωχού χωριάτη με λίγο βιός, παρά να βασιλεύω σ’ όλους αυτούς τούς σβησμένους νεκρούς] Οδύσσεια λ488─491.

Αυτός είναι, λοιπόν, ο νόμος της υπάρξεως του είναι: νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος, αν μπορώ να πω, και αναδημιουργίας του κόσμου από το χάος. Η ιδέα ενός ιστορικού νόμου, εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στους Έλληνες, όπως άγνωστος είναι ο μεσσιανισμός ή η δυνατότητα εξωκοσμικής φυγής. Η θεώρηση αυτή εμπνέει μια στάση, σύμφωνα με την οποία ότι είναι να γίνει θα γίνει εδώ. Ό,τι δεν γίνεται εδώ, δεν γίνεται για μας, δεν μας άφορα, γίνεται άλλου, μεταξύ θεών, ή γίνεται στις ρίζες τού χάους.

Το σημαντικό για μας γίνεται εδώ, εξαρτάται από μας κι εμείς θα το κάνουμε. Δεν θα το κάνει ούτε ο θεός, ούτε η ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καμία πολιτική διεύθυνση, κάτοχος της επιστημονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγμάτων, θα το κάνουμε εμείς οι άνθρωποι ─αν γίνεται, κι αν μας αφήσει η Μοίρα─ ή δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό εν γνώσει μας ότι υποκείμεθα στον ίδιο νόμο που διέπει και τον υπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως και φθοράς.

Το χάος το έχουμε και μέσα μας με την μορφή της ύβρεως, δηλ. της άγνοιας ή αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας διότι, βεβαίως, αν τα όρια ήσαν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος. Αυτό είναι έξαλλου κι ένα απ’ τα μαθήματα της τραγωδίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την φιλοσοφία και την γονιμοποιεί. Σαν πολιτικός θεσμός η τραγωδία είναι θεσμός αυτοπεριορισμού. Υπενθυμίζει διαρκώς στους Αθηναίους πολίτες ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο δρών υποκείμενο, το όποιο ενεργεί υπεύθυνα αναλαμβάνοντας τους κινδύνους των πράξεων του. Κανείς δεν μπορεί να του τα υποδείξει εκ των προτέρων. Μόνο του πρέπει να τα καταλάβει η να τα διαισθανθεί.

Αυτές τις ιδέες τις ονομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Αποτελούν τρόπο σημασιοδότησης της πραγματικότητας, της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου. Τις συναντάμε από την καταβολή, από την αρχική σύσταση τού ελληνικού κόσμου, από τον Όμηρο ήδη και από την μυθολογία. Η σημασία της διαδοχής Ουρανού, Κρόνου, Διός, όπως περιγράφεται από τον μύθο, εκφράζει την ίδια αυτή φιλοσοφική αντίληψη που προσπάθησα να διατυπώσω περιληπτικά. Γι’ αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και ωραίες μυθολογίες, μια όμως είναι αληθινή: η αρχαία ελληνική. Αληθινή με την έννοια ότι όλοι οι μύθοι της έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο κατοπτρίζεται η ίδια μας η ζωή και κάθε ανθρώπινη ζωή.

Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στο ποίημα του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», ο Εμπειρίκος τελειώνει με την ευχή: «να γίνη […] πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου». Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο της ζωής την γνώση του θανάτου.

Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τούς θνητούς. Ίσως αυτός μάς εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τούς ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ότι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μάς, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς.

______________
Απόσπασμα από το «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα» (διάλεξη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984), εκδ. Ύψιλον, 1999. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922-Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος, επαγγελματίας ψυχαναλυτής από το 1973 και διευθυντής σπουδών στην Ανώτατη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ού αιώνα.

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

Where Am I?

You are currently browsing the essays category at αγριμολογος.