[Ρόζα Λούξεμπουργκ: κριτική στον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό·

16/01/2026 § Σχολιάστε

Η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γίνεται συχνά σημείο αναφοράς στις εσωτερικές διαμάχες της Αριστεράς επειδή συμπυκνώνει ένα από τα βαθύτερα και πιο επώδυνα ερωτήματα του αριστερού κινήματος: αν και πώς μπορεί να υπάρξει επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας χωρίς απώλεια της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Η πολιτική και θεωρητική της στάση βρίσκεται σε μια μοναδική θέση, καθώς συνδύασε αταλάντευτο επαναστατικό μαρξισμό με ριζική υπεράσπιση των πολιτικών ελευθεριών, γεγονός που την καθιστά δύσκολο να απορριφθεί είτε ως ρεφορμίστρια είτε ως «αστική» δημοκράτισσα. Επειδή δεν άσκησε ποτέ κρατική εξουσία και δολοφονήθηκε από τη Δεξιά, η μορφή της δεν βαραίνεται από την εμπειρία αποτυχημένων καθεστώτων ή κατασταλτικών πρακτικών, και έτσι λειτουργεί ως ηθικό και πολιτικό μέτρο σύγκρισης μέσα στην Αριστερά.

Η κριτική της στον αυταρχισμό, στον μονοκομματισμό και στη γραφειοκρατική υποκατάσταση της εργατικής τάξης από το κόμμα την καθιστά σημείο αναφοράς για όσους αντιστέκονται στον σταλινισμό και σε κάθε μορφή συγκεντρωτικής εξουσίας που δικαιολογείται στο όνομα της επανάστασης. Ταυτόχρονα, η ανοιχτή και μη δογματική φύση της σκέψης της επιτρέπει διαφορετικές, συχνά επιλεκτικές αναγνώσεις, γεγονός που την καθιστά «χρήσιμη» σε αντιπαραθέσεις για ζητήματα όπως η εσωτερική δημοκρατία, ο ρόλος της βάσης έναντι της ηγεσίας, και η σχέση κόμματος και κινήματος. Σε περιόδους κρίσης, όταν περιορίζεται η διαφωνία ή η δημοκρατία θυσιάζεται στο όνομα της αποτελεσματικότητας, η επίκληση της Λούξεμπουργκ επανέρχεται ως υπενθύμιση ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω και ότι ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία αυτοαναιρείται.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υποστήριξε ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της ενεργής, συνειδητής και δημοκρατικής δράσης της ίδιας της εργατικής τάξης και όχι ως προϊόν μεταρρυθμίσεων από τα πάνω ή επιβολής από ένα κόμμα-πρωτοπορία. Στο βιβλίο της «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;» [1] που έγραψε το 1899, ασκεί κριτική στον ρεφορμισμό του Έντουαρντ Μπερνστάιν και υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Αν και υποστηρίζοντας ότι οι κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις, αν και μπορούν να βελτιώσουν προσωρινά τις συνθήκες ζωής, δεν αναιρούν τις δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού ούτε οδηγούν από μόνες τους στον σοσιαλισμό, γι’ αυτό και τόνιζε την αναγκαιότητα της επαναστατικής ρήξης. Ταυτόχρονα, άσκησε έντονη κριτική στον αυταρχικό και συγκεντρωτικό σοσιαλισμό, επιμένοντας ότι χωρίς ελευθερία λόγου, Τύπου, οργάνωσης και πολιτικής διαφωνίας η επανάσταση εκφυλίζεται σε γραφειοκρατική κυριαρχία πάνω στην κοινωνία. Στα κείμενά της για τη ρωσική επανάσταση [2] υποστήριξε ότι η κατάργηση της δημοκρατίας και ο περιορισμός των ελευθεριών στο όνομα της επαναστατικής αναγκαιότητας οδηγούν σε «δικτατορία πάνω στο προλεταριάτο» και όχι σε δικτατορία του προλεταριάτου.

Ανέπτυξε την ιδέα της μαζικής απεργίας ως μορφής αυθόρμητης και δημιουργικής δράσης των εργαζομένων, μέσα από την οποία οι μάζες μαθαίνουν πολιτικά, οργανώνονται και μετασχηματίζουν τη συνείδησή τους, υπογραμμίζοντας ότι τα λάθη και οι συγκρούσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της χειραφέτησης. Υποστήριξε επίσης ότι ο ιμπεριαλισμός και ο μιλιταρισμός δεν είναι τυχαίες πολιτικές επιλογές, αλλά αναγκαία αποτελέσματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης [3], γεγονός που καθιστά τον σοσιαλισμό ιστορική αναγκαιότητα και όχι ηθική επιλογή. Σε όλο το έργο της διαπερνά την άποψη ότι η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά η ίδια η μορφή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, καθώς μόνο μέσα από την ελεύθερη συμμετοχή, τη διαφωνία και τον συλλογικό αυτοκαθορισμό μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινωνική απελευθέρωση.

Η Λούξεμπουργκ δεν λειτουργεί απλώς ως ιστορική μορφή, αλλά ως διαρκές κριτικό σημείο αναφοράς που φωτίζει τις αντιφάσεις και τα όρια της ίδιας της Αριστεράς.

________________

Πηγές:
[1] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή επανάσταση; εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1972

[2] Η Ρωσική Επανάσταση (εκδόσεις Υψιλον, 1980) που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, στο οποίο στηρίζει την επανάσταση αλλά ασκεί σφοδρή κριτική στον αυταρχισμό και στον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών από τους μπολσεβίκους.

[3] Το 1913 γράφει το πιο εκτενές και θεωρητικό της έργο, όπου εξετάζει τον ιμπεριαλισμό ως αναγκαστικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης: Η συσσώρευση του Κεφαλαίου, (2 τόμοι) εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1973

✳︎

Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]

Η αληθινή τέχνη περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει

18/08/2025 § Σχολιάστε

«το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος»

Stratos Fountoulis, Opus Dei(?) 33, mixed media on canvas 60x60cm, 2005

Stratos Fountoulis, Opus Dei(?) 33, mixed media on canvas 60x60cm, 2005

Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε κάποτε γράψει στα πλαίσια αναφοράς του σε μια τότε («Αρτισύστατοι πεζογράφοι 19.10 1997») διαπίστωση εκείνου και άλλων εκείνη την εποχή, για έναν υπερκερασμό στη νεοελληνική «ποίηση»-ναι, με εισαγωγικά- και που ανεμένετο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, μια στροφή στην πεζογραφία. Δεν θα επεκταθώ στις αποσαφηνίσεις του Κ.Π. όσων αναφορά τις διαπιστώσεις του, στέκομαι σε μία μόνο παράγραφό του: «… η λογοτεχνία δεν δημιουργεί τον κόσμο με αλήθειες, αλλά με ψέματα. Μόνο με τα χρόνια και τη δουλειά αντιλαμβάνεται κανείς ότι το άμεσο βίωμα –απαραίτητο σαν φροντιστήριο- δεν διδάσκει λογοτεχνία. Όσο κοινότοπη κι αν είναι αυτή η αρχή, αξίζει πάντα να την τονίζουμε: για να πείσει ένα γραφτό πρέπει να είναι πλάσμα της φαντασίας, νεοσύστατη ζωή· αντίθετα όλες οι καταγραφές που γίνονται με αφελή απόδειξη ταυτότητας δεν πείθουν ή τουλάχιστον δεν ενδιαφέρουν. Η αληθινή λογοτεχνία περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει»[1]

Φυσικά ο Κ.Π. δεν είναι ο πρώτος που κάνει αυτές τις διαπιστώσεις, αρκεί να θυμηθούμε το «η ζωή μιμείται την τέχνη πολύ καλύτερα από ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή» του Όσκαρ Ουάιλντ ή τον σύγχρονο Μίλαν Κούντερα που συμπεραίνει: «Χωρίς την παρουσία του ύψιστου Κριτή, ο κόσμος εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια επικίνδυνη αμφισημία. Η μία και μοναδική Θεία Αλήθεια αποσυντέθηκε σε μυριάδες σχετικές αλήθειες, διάσπαρτες ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι γεννήθηκε ο κόσμος των Νέων χρόνων και μαζί του το μυθιστόρημα, είδωλο και πρότυπό του» και που στη συνέχεια συμπεραίνει ότι εάν το να νοήσεις μαζί με τον Καρτέσιο το «σκεπτόμενο εγώ» είναι μία στάση που ο Χέγκελ κρίνει ως ηρωική, αλλά μήπως εξίσου ηρωική δεν είναι η απόλυτη αμφισημία του Θερβάντες για να αντιμετωπίσει όχι μία μόνο κατ’ ανάγκη, απόλυτη αλήθεια, αλλά ένα πλήθος από σχετικές αλήθειες που αντιφάσκουν μεταξύ τους, «αλήθειες ενσωματωμένες  σε φανταστικά εγώ που ονομάζονται μυθιστορηματικά πρόσωπα», και συνεχίζει: «το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος».[2]

Ο νατουραλιστής Ζολά όσο και εάν προσπάθησε να αποδώσει με όλες τις δυνάμεις του τεράστιου ταλέντου που πράγματι διέθετε, την πιστότητα της ζωής και της κοινωνίας, δεν απέφυγε ούτε τον κανόνα του φανταστικού εγώ αλλά ούτε και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Οι νατουραλιστικοί, λεγόμενοι κανόνες του, δεν βρήκαν την ανταπόκριση που άξιζαν στο χρόνο (διαβάζεται ελάχιστα) λόγω του απροσδιόριστου της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ή λόγω του χάους της αμφισημίας που διαποτίζει τον άνθρωπο και την έκβαση των κοινωνιών που αυτός δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί, αλλά και λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της φιλοσοφικής, αισθητικής και κριτικής σκέψης –αντιθέτως, το έργο του κατά πολύ παλαιότερου του Ζολά,  του Θερβάντες αντέχει, συνεχώς επανεκδίδεται, διαβάζεται και στις μέρες μας, σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.

Η ραγδαία ανάπτυξη της κοινωνικής ευμάρειας σε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και τάξεις μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκε και ο καθοριστικός ρόλος του ανώνυμου αναγνώστη που με την αγοραστική του δύναμη και αυξανόμενη γνώση καθορίζει και επηρεάζει το βιβλίο και φυσιολογικά τον συγγραφέα που δεν μπορεί πλέον να τον αγνοήσει, αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση με την οποία, ίσως επανέλθω. Θέλω μόνο επιγραμματικά να τονίσω τη σπουδαιότητα της νέας αυτής αυξανόμενης επιρροής του αναγνώστη, και κατά πόσο στα τέλη του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα λαμβάνονταν πλέον πολύ σοβαρά υπόψη από τους δημιουργούς, χαρακτηριστικά ο Προυστ, που ως γνωστόν διάβαζε πολύ και με πάθος αναφέρει: Είναι ίδιον της μετριότητας να ισχυρίζεται «ότι το να αφηνόμαστε να μας καθοδηγούν τα βιβλία που θαυμάζουμε, αφαιρεί από την κριτική μας ικανότητα μέρος της ανεξαρτησίας της».[3] Η αλληλεπίδραση συγγραφέα/καλλιτέχνη- ανώνυμου αναγνώστη/καταναλωτή είναι πλέον γεγονός και που στο εξής θα υποχρεώσει τους δημιουργούς να αλλάξουν οριστικά τον τρόπο της έκφρασής τους γενικότερα.

Στο θέμα μας. Ας πάρουμε την κατάλληλη δημιουργική απόσταση από την πολύτροπη πραγματικότητα που θα μας επιτρέψει να την κατανοήσουμε καλύτερα, αυτό άλλωστε είναι η τέχνη. Ας πάρουμε επίσης τις αποστάσεις μας από τους προσδιορισμούς του χώρου και του χρόνου για την καταγραφή ενός οιουδήποτε συμβάντος στον κόσμο. Η τέχνη δεν απαιτεί την αλήθεια, αλλά την αληθοφάνεια.

Για τον Μπόρχες, και για πολλούς μετά από αυτόν, η μόνη πραγματικότητα είναι η γραμμένη λέξη, τίποτα πέραν αυτής· τίποτα δεν υφίσταται, είναι η μόνη οντολογικά πραγματική και η πραγματικότητα αυτή υπάρχει εφόσον υπάρχει και αναφέρεται στο γραπτό λόγο, στα κείμενα.

Τελειώνω με ένα έξοχο, σύντομο αφήγημα του δικού μας Ε.Χ. Γονατά, Τα μοσχοβούβαλα:

‘Σέρνει με το λουρί απ’ το λαιμό δυο υπέροχα κανελλιά μοσχοβούβαλα. Δίπλα της οι δυο κόρες της καμαρωτές και υπάκουες την ακολουθούν χοροπηδώντας ναζιάρικα. Ξαφνικά το ένα μοσχαράκι γυρίζει και χωρίς προφανή λόγο χώνει μια γερή δαγκωματιά στο μπούτι του πιο μικρού κοριτσιού. Η μικρούλα βγάνει τότε απ’ την τσέπη της ποδιάς της ένα μαχαιράκι και περνώντας το μπροστά απ’ τα μάτια του ατίθασου ζώου, σφίγγοντας τα δόντια, αρχίζει να χαράζει τη ράχη του, απ’ όπου τρέχει άφθονο αίμα, ενώ του λέει: «Αυτό για να σε συνετίσει, για να σου γίνει μάθημα να μην το επαναλάβεις ποτέ», και συνεχίζει να προχωρά, χοροπηδώντας ναζιάρικά’.

____________
[1] Κωστή Παπαγιώργη, Υπεραστικά, εκδόσεις Καστανιώτη
[2] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία
[3] Μαρσέλ Προυστ, Ημέρες ανάγνωσεις, εκδόσεις Ίνδικτος

©Αγριμολόγος

A’ δημοσίευση 18/08/2025

[Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση ·

19/10/2023 § Σχολιάστε

Σ. Τριανταφύλλου: Το μετριοπαθές Ισλάμ είναι ένας μύθος

Η αναζήτηση των ορίων της πολυπολιτισμικότητας, της διαφοράς της από μια ανοιχτή, πλουραλιστική κοινωνία η οποία υποδέχεται τον άλλον στη βάση κανόνων αλληλοσεβασμού, έχει προ πολλού ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ Δυτικών διανοουμένων, χριστιανών και «εκκοσμικευμένων» μουσουλμάνων. Οι δίαυλοι επικοινωνίας της δικής μας αριστερορθόδοξης κοινωνίας, τόσο με τα επιχειρήματα που διατυπώνονται όσο και με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται, δεν φαίνεται να λειτουργούν, παρά μόνο τις ημέρες του σοκαριστικού γεγονότος. Κι αυτό, υπό την προϋπόθεση της ασφαλούς απόστασης. Αυτοί που, εδώ και καιρό, θέτουν τον προβληματισμό σε κάθε ευκαιρία και με όρους δημοκρατίας εισπράττουν την μήνιν και η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μία τέτοια «συνήθης ύποπτη» για τα καινά δαιμόνια.

Συνέντευξη στη ©Σίσσυ Αυλωνιστιώτου στην Καθημερινή 29.22.2015 

Για το βιβλίο της που κυκλοφόρησε το 2015 («Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση – Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία», εκδ. Πατάκη) τη ρωτήσαμε λίγα πράγματα. Είχε κυκλοφορήσει λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα στο Παρίσι.

Παλιά σύγκρουση

– Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, είπες και έγραψες ότι «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Δεν πιστεύεις ότι είναι μια φράση υπερβολική που συμβάλλει σε αυτό που ονομάζουμε «ρητορική του μίσους»;

– Aνέφερα μια φράση του Μάρκο Πόλο για να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι η σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν χρονολογείται ούτε από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ούτε, φυσικά, από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν – ότι δεν τίθεται ζήτημα «εκδίκησης των καταπιεσμένων». Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύω ότι η πολιτική ορθότητα στον ευρω-ατλαντικό κόσμο καταργεί, δογματικά, την πραγματικότητα μέσω της ενοχοποίησης της Δύσης και των ευσεβών πόθων για την καλοήθεια της Ανατολής. Η πολιτική ορθότητα έχει δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο από καλούς τριτοκοσμικούς και κακούς πρωτοκοσμικούς, από θύματα και θύτες. Και προσπαθεί να επιβάλει ασφυκτική λογοκρισία. Oσο για το μετριοπαθές Ισλάμ, είναι ένας μύθος. Θα επαναλάβω την αυτονόητη αλήθεια ότι, πράγματι, υπάρχουν μουσουλμάνοι που έχουν απομακρυνθεί από τη θρησκεία, που έχουν, τρόπον τινά, εκκοσμικευτεί. Αν ακούσουμε ανθρώπους σαν τον Μπουαλέμ Σαμσάλ –τον Αλγερινό συγγραφέα του βιβλίου «2084»– που διέρρηξαν τη σχέση τους με τη μουσουλμανική τους ανατροφή, θα καταλάβουμε το επίσης αυτονόητο: όποιος παραμένει στο εσωτερικό του μουσουλμανισμού έχει συγκεχυμένα συναισθήματα έναντι της τζιχάντ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν οι φιλειρηνικοί άνθρωποι που τηρούν το Ραμαζάνι και περνάνε κάπου κάπου μια βόλτα από το τζαμί. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, οι μετανάστες από την Αφρική και την Ανατολή ανατρέφονται σε θεοσεβούμενες κοινότητες, μερικές από τις οποίες είναι οριακά φανατικές ή φανατικές.

Το «μέτρο» του φανατισμού δεν είναι μόνον η επιθυμία για βία ή η άσκηση βίας αλλά και η άρνηση ένταξης στις δυτικές κοινωνίες, η εξύμνηση της απομόνωσης των κοινοτήτων σε δικό τους χώρο και χρόνο, η εθνικιστική αναδίπλωση, ο ρατσισμός έναντι των «λευκών», το σύμπλεγμα ανωτεροκατωτερότητας, ο μισογυνισμός, η απόρριψη του λαϊκού σχολείου και η απαξίωση της γνώσης. Αυτά επιτείνουν την αμάθεια και τη θρησκοληψία με αποτέλεσμα τον εξτρεμισμό. Η ρητορική μίσους δεν ωφελεί – αλλά δεν ωφελεί ούτε η εθελοτυφλία, ο εξωραϊσμός μιας πολύ ανησυχητικής κατάστασης που μοιάζει σήμερα με ελέφαντα σε δωμάτιο. Η ισλαμοφοβία είναι φυσικό και αναμενόμενο αντανακλαστικό. Από την πλευρά τους, οι ηγεσίες ορθώς πράττουν όταν προσπαθούν να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και να αποτρέψουν πράξεις βίας εκ μέρους των Ευρωπαίων. Για να καθησυχαστούν όμως οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, είναι απολύτως απαραίτητη η ενεργός κινητοποίηση των μουσουλμάνων εναντίον του εξτρεμισμού. Κάτι που, όπως φαίνεται, δεν συμβαίνει σε μαζική κλίμακα.

Αξίες και δικαιώματα

– Απορρίπτοντας την πολυπολιτισμικότητα δεν στρεφόμαστε εναντίον των ίδιων των δυτικών αξιών που υπερασπιζόμαστε;

– Οχι. Υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην πολυπολιτισμική και στην πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία. Πλουραλισμός είναι μια δεδομένη κατάσταση ποικιλίας φυλών, θρησκειών, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Οι κοινωνίες μας είναι πλουραλιστικές, «ανοιχτές» – άλλες πολύ, άλλες λιγότερο. Η πολυπολιτισμικότητα είναι πολιτικό πρόγραμμα που αντιτίθεται στην αφομοίωση των ξένων διότι τη θεωρεί υπερβολικά βίαιη. Με το πρόσχημα των «δικαιωμάτων», επιτρέπει τη δημιουργία ξεχωριστών κοινοτήτων που εξελίσσονται σε παράλληλες κοινωνίες οι οποίες όχι μόνον δεν σέβονται τους νόμους και το έθος της χώρας υποδοχής αλλά εφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα ανατροπής αυτών των νόμων και του έθους. Ο πλουραλισμός μπορεί να μας εμπλουτίζει, η πολυπολιτισμικότητα όμως υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τους θεσμούς της δημοκρατίας. Και, παρότι η Αριστερά πιστεύει στην πρόοδο μέσω της ανάπτυξης «δικαιωμάτων», το δικαίωμα στη Σαρία –μερικώς ή ολικώς– αποδεικνύει για ακόμα μία φορά στην Ιστορία ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οπισθοχωρήσει, ότι ο δρόμος δεν μας οδηγεί υποχρεωτικά προς τα μπρος.

Οι ευθύνες της Δύσης

– Σε ποιο βαθμό και τι είδους ευθύνες αναγνωρίζεις στη Δύση για τη «ριζοσπαστικοποίηση» του Ισλάμ;

– Οι δυτικές χώρες δεν είναι παντοδύναμες όπως νομίζουν πολλοί. Δεν ευθύνονται για όλα τα δεινά, ούτε μπορούν να τα διορθώσουν, ακόμα κι αν το επιθυμούν. Οπως έχουμε επαναλάβει συχνά, οι ΗΠΑ διέπραξαν εγκληματικό σφάλμα όταν υποστήριξαν τους μουτζαχεντίν εναντίον της αφγανικής κυβέρνησης η οποία προσέκειτο στην τότε ΕΣΣΔ. Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, καλοήθης – όσο καλοήθης μπορεί να είναι η πολιτική μιας διεθνούς δύναμης: όμως, η λεγόμενη «εισβολή» στο Αφγανιστάν ξεσήκωσε τις υπερευαίσθητες ευρωπαϊκές ψυχές και οι ΗΠΑ βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ μέσω των φανατικών μουσουλμάνων. Οι οποίοι στη συνέχεια δημιούργησαν πυρήνες εξισλαμισμού σε όλη τη Δύση ευνοούμενοι από την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Αυτά παθαίνει όποιος εφαρμόζει την ανόητη πολιτική τού «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»… Αν προσθέσουμε τη διφορούμενη στάση της Δύσης στην αραβοϊσραηλινή διένεξη, έχουμε μια εικόνα πολύ περίπλοκων προβλημάτων που ίσως συνετέλεσαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Αλλά επιμένω ότι η ισλαμική θεμελιοκρατία οφείλεται κυρίως σε ενδογενή προβλήματα των μουσουλμανικών κοινοτήτων που απέτυχαν να γίνουν πολίτες της Δύσης: σε αυτό έπαιξε ρόλο η διχαστική πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Τέλος, ένα από τα κίνητρα της ριζοσπαστικοποίησης των μουσουλμάνων δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι η φθονερή απόρριψη ενός συστήματος και μιας κοινωνίας στην οποία, παρότι τους δόθηκαν όλα τα μέσα, απέτυχαν να ενσωματωθούν. Η «ριζοσπαστικοποίηση» δεν πρέπει να αποδίδεται στη φτώχεια: η μαρξίζουσα ερμηνεία παραείναι εύκολη.

[θαυμασμός σε αυτούς που δεν αμφιβάλλουν ποτέ·

22/06/2023 § Σχολιάστε

Cy Twombly, oil on canvas, 1961

Θαυμάζω τους ανθρώπους που, στην αρχή μιας πολεμικής ή βίαιης σύρραξης με θύματα,  χωρίς κανένα δισταγμό, και σε κλάσματα δευτερολέπτου, έχουν διαλέξει «με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουν». Και όχι, μία φωτογραφία με παιδάκια να κλαίνε δεν είναι πάντα η αλήθεια, είναι ένα παγωμένο στιγμιότυπο ενός τεράστιου συνόλου με πολλές παραμέτρους που δεν θα μπορούσε να «πιάσει» ένας φωτογραφικός φακός. Όμως, πάραυτα, κάποιοι δεν χρειάζονται ποτέ πάνω από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να συμμαχίσουν «με τους, (κατά την άποψή τους) αδικημένους». Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τόσους ανθρώπους με τόση συσσωρευμένη σοφία και γνώση, που γνωρίζουν εις βάθος Όλα τα αίτια των διεθνών συγκρούσεων. Μπράβο. Γνωρίζουν τα πάντα.

Πως να μην θαυμάσει κανείς, αυτούς που δεν έχουν ποτέ, καμία αμφιβολία.

Α’ δημοσίευση: 13/05/2021

Where Am I?

You are currently browsing the essays category at αγριμολογος.