[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — περί του «δημοκρατικού» φοιτητικού συνδικαλισμού

01/12/2019 § Σχολιάστε

42.

Σχόλιο εκ βαθέων, για τα αίσχη του «δημοκρατικού» φοιτητικού συνδικαλισμού και των περίφημων «συνελεύσεων»

Ξύλο-Προπηλακισμοί-Φασαρία. Με 99% βεβαιότητα όταν πέσει η πρώτη γροθιά και δεις το πρώτο αίμα να φεύγει από δόντια και να σκάει στον πίνακα, πας προς την έξοδο και αφήνεις τα κομματόσκυλα να κοπανιούνται μόνα τους.

Όσον αφορά τις φοιτητικές συνελεύσεις μερικά πράγματα, για το τι γινόταν και τι γίνεται. Έζησα από κοντά τις πολύ θερμές και ενίοτε εκτός ορίων συνελεύσεις την περίοδο του Αρσένη. Μετά ως μεταπτυχιακός, ερευνητής και υ.δ στις συνελεύσεις έμπαινα μόνο ως παρατηρητής βέβαια ή μπορούσα να ψιλοπαρακολουθώ απέξω.

Δυστυχώς απο το 95 -και φαντάζομαι από πολύ πιο πριν- τα πράγματα, οι συμπεριφορές, οι «παρατάξεις» και οι ατάκες τους είναι τόσο ίδιες που μερικές φορές αναρωτιέμαι αν δεν υπάρχουν καμία 100ρια αθάνατοι ινστρούχτορες σα συμβούλιο βαμπίρ από πίσω που τους ελέγχουν όλους αυτούς -και όταν λέω όλους, εννοώ όλων των κομματικών και όχι ιδεολογικών αποχρώσεων-. Τέλος πάντων ήδη μακρυγορώ και δεν έχω πει ακόμα αυτά που θέλω..

Υπάρχουν αρκετές τακτικές για να «κερδίσεις» μια συνέλευση, υπάρχουν και αρκετές τακτικές για να κάνεις τελικά ο,τι θες εσύ, άσχετα με το τι ψηφίζει η συνέλευση. Προσφιλέστατη τακτική πολλών παρατάξεων, κυρίως της μονίμως επαναστατημένης πτέρυγας, είναι η μεγάλη καθυστέρηση. Ξεκινάμε τη συνέλευση στις 12 το μεσημέρι, τραβάμε μέχρι εκεί που δεν παίρνει με ατέλειωτους βερμπαλισμούς, συνδικαλοκατηχήσεις, δικολαβίστικες εγκλήσεις-αντεγκλήσεις, ατέλειωτες συζητήσεις άσχετες με το φλέγον ζήτημα της κατάληψης -πχ. θυμάμαι 2ωρη κατήχηση για τις βιολογικές φυτείες καφέ στην επαρχία Χ του Μεξικού- και κατά τις 7 το απόγευμα ο κόσμος έχει ψιλοσπάσει και έχουν μείνει συνήθως μονο οι «οπαδοί». Εκεί τα πράγματα είναι πιο διαχειρίσιμα και ίσως μας κάτσει η κατάληψη.

Άλλη τακτική είναι το καβάτζωμα των πρωτοετών. Με διάφορους τρόπους. Οι πρωτοετείς που έχουν συνηθίσει τις καταλήψεις στο σχολείο, οι οποίες δεν έχουν καμία συνέπεια, έρχονται τίγκα στη χαρά που θα χάσουν μάθημα, οπότε με ένα σχετικό παραμυθάκι πείθονται πιο εύκολα. Μετά κοπανάνε τα κεφάλια τους στις διπλοτριπλές εξεταστικές αλλά τότε είνια αργά.

Περνάμε στα επικίνδυνα τώρα.
Ξύλο-Προπηλακισμοί-Φασαρία. Με 99% βεβαιότητα όταν πέσει η πρώτη γροθιά και δεις το πρώτο αίμα να φεύγει από δόντια και να σκάει στον πίνακα, πας προς την έξοδο και αφήνεις τα κομματόσκυλα να κοπανιούνται μόνα τους. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος και πιο σύντομος (έχουμε και την τακτική της καθυστέρησης που αναφέρθηκε παραπάνω) για να φύγει κόσμος που δε θες να ψηφίσει. Και μερικές φορές να έρθει κόσμος που ΘΕΣ να ψηφίσει. Ναι, ΑΣΧΕΤΟΣ κόσμος με τη σχολή και τους φοιτητές της. Το αν μπορέσεις να τους βρεις, να ζητήσεις να φύγουν κλπ είναι άλλο ζήτημα. Δεν πιάνει πάντα, ειδικά όταν απέναντί σου έχεις έναν συρφετό σταυροφόρων που ήδη έχουν ρίξει τις πρώτες κατραπακιές και ψάχνουν αιρετικούς να κάψουν. Στο συγκεκριμένο γεγονός που έχω ως παράδειγμα στο μυαλό μου από τη σχολή μου π.χ πρώτα ένα μέλος παράταξης Χ σηκώθηκε και χτύπησε *πραγματικά* στο άσχετο έναν ομιλητή της ΠΑΣΠ, έγινε η αναμπουμπούλα, έφυγε το 80% του κόσμου απο το αμφιθέατρο και ξαφνικά βρέθηκαν καμια 30ρια «από μεγάλα έτη» που κανείς δεν είχε ξαναδεί, να ψηφίσουν για κατάληψη. (Τελικά δεν τους πέρασε..)

Ένα από τα τελευταία καταφύγια βέβαια είναι το στεγνό γράψιμο σε παλαιά υποδηματα του αποτελέσματος της ψηφοφορίας και η κατάληψη, άσχετα τι ψηφίστηκε. Υπάρχουν σε πλείστες σχολές παραδείγματα ψηφοφοριών για λήξη κατάληψης με >50 μην πω και 100 ψηφους διαφορά, που αγνοήθηκαν παντελώς και η κατάληψη συνεχίστηκε. Και ξέρετε γιατί; γιατί άντε βγαλτους έξω άμα έχεις κότσια. Για αυτό.

Τώρα θα μου πεις, τι κάνατε εσείς ρε φιλαράκι; Και θα σου απαντήσω ανερυθρίαστα, «τίποτα». Ψηφίζαμε κατά συνείδηση. Όταν γινόταν φασαρία, φυγαδεύαμε τις κοπέλες και μέναμε μπας και σώσουμε τίποτα. Και σώσαμε μερικές φορές την κατάσταση -και ξεκαθαρίζω για να μη μείνει αμφιβολία- πάντα στο πνεύμα της σωστής δημοκρατικής διαδικασίας την οποία σεβόμασταν αρκετός κόσμος. Δεν θα χα πρόβλημα να κάνουμε κατάληψη 2 χρόνια αν το υποστήριζε μια πλειοψηφία. Δεν μπορούσα να δεχτώ κατάληψη μισής ώρας αν την οργάνωναν 4 άτομα με 10000 «φίλους» τους εκτός σχολής. Η πανεπιστημιακή κοινότητα ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ να προστατέψει το πανεπιστήμιο από τέτοιους ανθρώπους. Έχει αποδειχτεί δεκαετίες τώρα. Ντρέπομαι που το λέω ως ενεργό μέλος της, αλλά ΔΕ ΜΠΟΡΩ να τους αντισταθώ. Ούτε όταν με πετάνε έξω από το γραφείο μου όπου δουλεύω χωρίς να ενοχλώ κανέναν. Έχω πεταχτεί στα-όρια-του-βιαίως έξω από 20χρονους στρατάρχες. Έχω απειληθεί, μου χουν κλέψει εννοείται το pc και τους σκληρούς με το backup κατά τη διάρκεια κατάληψης και «πάρτι» και μετά κάναν τους χαζούς ότι αυτοί δεν έκαναν τίποτα κλπ.. πολλή βρώμα, πολλή δυσωδία.

Και η κατακλείδα είναι ότι στα 19 χρόνια που χω μέσα-έξω στο πανεπιστήμιο, αυτοί που πλήττουν περισσότερο την ελεύθερη διακίνηση ιδεών είναι οι ίδιοι που κόπτονται για αυτή. (να είχε έρθει κανείς από τους γνωστούς μου επαναστάτες να κάνει έρευνα μετά την αποφοίτηση και τι στον κοσμο.. Όλοι στο ιδιωτικό φροντιστήριο είναι.. α ναι, ένας μεγαλοαναρχικός μας είναι και χρηματιστής στο Λονδίνο. μεγάλα γέλια)

Το πρόβλημα του φοιτητικού συνδικαλισμού είναι πολυσύνθετο και δεν έχω το κατάλληλο κοινωνιολογικό επιστημονικό υπόβαθρο για να το αναλύσω.
Οι γνωστοί «συστημικοί» δαπιτο/πασπιτες κλπ είναι μια κατηγορία μόνοι τους, αλλά σπάνια είναι βίαιοι. Ναι έχουν εμπλακεί σε διάφορες καταστάσεις, έχουν έρθει και μερικοί μπραβοειδείς γορίλες κατά καιρούς σε εκλογές κλπ, αλλά ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ δεν τους είδα ποτέ ως επικίνδυνους να με πλακώσουν στο ξύλο αν διαφωνήσω. Το παράσημο του «φλώρου» δεν το έχουν άδικα.
Έχουν τις φωλιές τους λερωμένες με άλλους τρόπους, εξίσου χυδαίους με τους «άλλους». (Βέβαια μη νομίσει κανείς ότι οι «της επανάστασης» δεν περνάνε μαθήματα στη ζούλα όπως οι δαπιτες και οι πασπίτες γιατί θα πέσει από πολλά σύννεφα. )

Το ξαναλέω για εμπέδωση: Μαθήματα από συμφωνίες με καθηγητές , ναι φιλικές συμφωνίες, δεν περνάνε στη ζούλα μόνο οι δαπιτοπασπίτες. (bonus, μερικοί περνάνε μαθήματα μετά από απειλές γιατί κανείς καθηγητής δε θα διακινδυνεύσει κάψιμο αυτοκινήτου ή ξυλοφόρτωμα, ενώ μπορεί απλά να βάλει ένα ρημαδο-πέντε στον αγωνισταρά που τον απειλεί με την παρέα του).

Πάμε παρακάτω.
Εξίσου ακίνδυνοι όσον αφορά τη βία προς πάσα κατεύθυνση ήταν -τουλάχιστον όταν ήμουν προπτυχιακός- οι εκπρόσωποι της ΠΚΣ (ΚΚΕ δηλαδή).

Τα παιδιά είχαν την ιδεολογία τους, μπορεί μερικοί να ήταν υπέρ του δέοντος πιστοί και δογματικοί, αλλά απέφευγαν εντός σχολών να δημιουργούν μπάχαλα.

Είτε είχαν πλειοψηφικό ρεύμα σε μια σχολή (όπως π.χ στο φυσικό του ΑΠΘ, γνωστή σχολή με ισχυρότατη εκπροσώπηση ΠΚΣ) είτε όχι.

ΚΝΑΤ κλπ, μόνο σε μεγάλες συγκεντρώσεις και εκτός πανεπιστημίου κυρίως. Εντός, θα λεγα ότι ήταν πολύ ήσυχοι, εκτός αν μετά από τόσα χρόνια μου διαφεύγει κάτι που θα πρεπε να θυμάμαι. (Κάτι μου τσιγκλάει τη μνήμη για ένα γομαροειδές στο βιολογικό, αλλά δε θυμάμαι αρκετά για να πω κάτι συγκεκριμένο).

Στο ΑΠΘ λοιπον, το πρόβλημα το δημιουργούσε η τοτε εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Που -συγχωρείστε μου την έκφραση- ανάθεμά με και αν ήξερε κανείς σε πόσα παρακλάδια ήταν χωρισμένη. (Enter Χάρι Κλυν ατακες με μλ-κκε, μου-κκε-λου, λου-κκε-μου κλπ). Κύριο ρευμα τους τα παιδια του ΝΑΡ, των ΕΑΑΚ δηλαδή.(Ελπιζω να μην κανω λαθος στη συσχετιση). Απο κει και περα ειχαμε την ΟΚΔΕ (Οργανωση Κομμουνιστών Διεθνιστων Ελλάδος), κάτι ΣΕΚ, και ενα εκατομμυριο αλλα αρκτικόλεξα που κανεις δεν τα θυμαται πια. Στο σωρό βάλτε και τους αναρχίζοντες/αναρχικους. Με τα περίφημα στέκια τους.

Όπου στέκι εντός πανεπιστημίου=Πάμε και καταλαμβάνουμε με το στανιό και εσαεί ένα χώρο στο πανεπιστήμιο και τον βαφτίζουμε δικό μας. Η είσοδος επιτρέπεται στους φοιτητές μεν (αλλά εντάξει, να μαστε σοβαροί, μόνο οι «δικοί» μας και οι υποψήφιοι δικοί μας μπαίνουν χωρίς κίνδυνο). Επισης με κάποιο τρόπο έχουμε και κλειδιά από διάφορες αίθουσες και εργαστήρια εντός κτιρίων (βλέπε «Στέκι Βιολογικού ΑΠΘ») από τις οποίες ως δια μαγείας και εντελώς τυχαία που και που λείπαν και τίποτα όργανα, κανα pc, κανας προβολέας, τέτοια (βλεπε και στέκι φιλοσοφικης ΕΚΠΑ). Τα «στεκια» λοιπόν είναι αίθουσες οι οποιες ειναι του πανεπιστημίου, αλλά κάποιοι -φυσικά όχι μονο φοιτητές αλλά και εξωτερικοί παράγοντες- τις οικειοποιούνται με τη γελοία δικαιολογία οτι τις «ανοίγουν» στο λαό. Στην πραγματικότητα είναι κάτι σαν κλειστές λέσχες για τα μέλη του πολιτκού τους κύκλου. Ας μην κοροϊδευόμαστε και κρυβόμαστε πίσω από δάχτυλα, ΔΕΝ είναι για ΌΛΟ το λαό αυτά, είναι για το ΔΙΚΟ τους το λαό.

Τα παλικάρια αυτά λοιπόν είναι οι λεγόμενοι επαγγελματίες επαναστάτες. Δεν είχαμε δει σχεδόν ποτε κανέναν τους σε αμφιθέατρο.

Μαλιστα ανέκδοτο της σχολής μας ήταν η… αρχηγός τους η οποια εβγαζε πυρινους λόγους επι Αρσένη ότι οι γονείς της δεν ειχαν λεφτα να τη σπουδαζουν και επρεπε να παρει πτυχιο σύντομα και οχι να της εντατικοποιουν τις σπουδες κλπ. Και τότε σηκωθηκε συμφοιτητης μας και της  υπενθύμισε οτι είμαστε στο 1997, εκείνη είχε περάσει το 1987 και μάλλον δεν έφταιγε ο Αρσενης που δεν έπαιρνε πτυχιο. (Φυσικά ο συμφοιτητής μας κινδύνεψε για λίγο αλλά ήταν τόσο «μάγκας» στο παρουσιαστικό και στον αέρα που δεν του κόλλησε κανεις) (και δεν εννοώ ότι ήταν ντουβάρι γυμναστηρίου. Ήταν 1.70 ανθρωπος, 30 κιλα μαζι με τα γυαλια.)

Μπορεί να μην πατούσαν στο αμφιθέατρο (εκτός από όταν ήταν να διακόψουν μάθημα για κάποιο λόγο) αλλά ήταν πολύ ενεργοί «στην πάλη».

Παντα πάλευαν. Πάντα με λάθος τρόπο. ΤΟΝ τρόπο του σταυροφόρου. Ή του Γιωργάκη του Μπους. «Αν δεν είσαι μαζί μας είσαι εναντίον μας, οπότε στην πυρά».
Και όταν το καναν με απλά βρισίδια ήταν καλά. Και αστείο μπορώ να πω. Καμιά φορά όμως ερχόντουσαν οι φίλοι τους με τα κράνη, έτσι για να επιβάλλουν την τάξη στους άπιστους. Ωραίες εποχές.

Κάπως έτσι είναι και τώρα, μη νομίζετε. Κανείς πιο φανατικός από τους πιστούς. Και έτσι πραγματικά λειτουργούν ακομα. Τους βλέπω και στο ΕΜΠ. Ίδια συμπεριφορά. Σταυροφορία. Χωρίς διάλογο. Ποτέ διάλογο. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να διαφωνείς, αλλιώς είσαι φασίστας, πουλημένος κλπ και προφανώς σου αξίζει η τιμωρία (που θα σου ρθει σε λίγο). Αυτά από αυτούς που κόπτονται για την ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Αρκεί να είναι οι δικές τους.

Α και όταν εννοούμε ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν εννοούμε τις επιστημονικές εργασίες. Εννοούμε το «πολιτικό γίγνεσθαι» παναθεμα τους.

Αν πεις ότι κάνεις επιστημονική εργασία σου αρχίζουν τα «κουβάλα τον προτζέκτορα να σε κανουν λεκτορα», «να ψοφησετε καριερίστες» και τα γνωστά.

Φυσικά εμείς όσο μπορούμε τους αποφεύγουμε. Στις καταλήψεις μπαίνουμε στα γραφεία μας κρυφά και κλειδωνόμαστε να γράψουμε το διδακτορικό μας. (γιατί αλλιώς ναι, ΘΑ ΜΑΣ ΔΕΙΡΟΥΝ , όσο πιο καθαρα να το πω. ). Ναι ειμαστε μεγάλοι άνθρωποι που πηδάμε κάγκελα και μπαίνουμε από παράθυρα για να μη μας πλακώσουν στο ξύλο 20χρονοι. Τους οποίους δεν εμποδίζουμε στο θεάρεστο έργο τους με αυτή μας την πράξη, σημειωτέον αυτό ε..

Μπαίνουμε από παράθυρα για να κάνουμε έρευνα και μας εμποδίζουν αυτοί που υπερασπίζονται με «αγώνες» την ίδια της την υπόσταση. Ειρωνεία ε;

Κακεντρεχείς εις θα μπορούσε να πει «ποιος χέστηκε για την έρευνά σου ρε ασήμαντε» και θα χε δίκιο.

Ένας μόνο  αρκεί να «χέστηκε» για την έρευνά μου και αυτός είμαι έστω εγώ. Και αυτό αρκεί για να έχω το ρημάδι το δικαίωμα μέσα στο πανεπιστήμιο που του χω αφιερώσει 20 χρόνια από τη ρημάδα τη ζωή μου μέχρι τώρα -και σκοπεύω να του αφιερώσω και τα υπόλοιπα- να μπορώ να κάνω τη μούρλα μου ανεμπόδιστος.

Και σεις με εμποδίζετε κύριοι ενώ εγώ δε σας εμπόδισα ποτέ. Και σεις σηκώνετε χέρι επάνω μου, εσείς μου καίτε το γραφείο, μου κλέβετε ολόκληρο εργαστήριο και μου ουριάζετε με κατακόκκινα πρόσωπα και φλέβες να πετάμε ότι «δε νοιάζομαι για το δημόσιο πανεπιστήμιο».

Η μοναδική σας προσφορά στο πανεπιστήμιο είναι οι αφίσες και οι καταλήψεις. Και αυτό δεν αρκεί. Δεν αγαπάτε το πανεπιστήμιο. Να το οικειοποιηθείτε θέλετε. Τι θα το κάνετε μετά, ιδέα δεν έχω. Ούτε την έρευνα και τη διακίνηση ιδεών αγαπάτε, μη γελιόμαστε. Αν τις αγαπούσατε, θα λιώνατε δίπλα μας στο εργαστήριο μέχρι τις 11 το βράδυ παραμονή πρωτοχρονιάς. (αξέχαστο 2011 και 2012. 20 λεπτά πριν τα μεσάνυχτα φύγαμε, κάναμε πρωτοχρονια στο παρα πεντε). Θα λιώνατε και Σάββατο και Κυριακή και Πάσχα ακόμα. (δε λιώσατε, ξέρω, εκεί ήμουν. Λείπατε).

*

ΥΓ: ούτε οι Φορτσάκηδες είναι λύση, δυστυχώς.

*
[Α’ δημοσίευση]

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Στοπ Γκούλαγκ

09/11/2019 § Σχολιάστε

41.

Ανήμερα της επετείου της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, Ρώσοι ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επέλεξαν να κρεμάσουν ένα πανό στη γέφυρα απέναντι από το Κρεμλίνο με τις φωτογραφίες των σημερινών πολιτικών κρατουμένων στη Ρωσία και με το σύνθημα «Σταματήστε τα Γκουλάγκ!»
Εκεί, όπου ο ακτιβισμός έχει κόστος βαρύ. Με σεβασμό τους χαιρετώ!

*

Από τον τοίχο του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη στο facebook

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Η μεγάλη παρεξήγηση

06/11/2019 § Σχολιάστε

40.

 

Gareth Stedman Jones, Καρλ Μαρξ, Μεγαλείο και ψευδαισθήσεις, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 800

«Πριν εκατό χρόνια στη Ρωσία, οι καταδιωκόμενοι μαρξιστές μαζεύονταν σε μικρές παράνομες ομάδες για να μελετήσουν από κοινού το Μανιφέστο του Μαρξ. Απλούστευαν το περιεχόμενό του για να το διαδώσουν σε άλλες ομάδες, τα μέλη των οποίων το διέδιδαν παραπέρα, απλουστεύοντας με τη σειρά τους την απλούστευση, ώσπου ο μαρξισμός συρρικνώθηκε σε έξι-επτά σλόγκαν, τόσο πενιχρά συνδεόμενα που δύσκολα να περνιέται για ένα λογικό σύστημα ιδεών».
Μίλαν Κούντερα, Η αθανασία (1990)

Από τον Πέτρο Μαρτινίδη στην Athens Review of Books >

Το κορυφαίο παράδοξο με τον Μαρξ είναι ότι όσα καθεστώτα οικοδομήθηκαν με βάση τις θεωρίες του κατέληξαν γραφειοκρατικές δεσποτείες, χωρίς πολύ μεγάλες διαφορές από την πρωσική ή την τσαρική μοναρχία, τις οποίες ο Μαρξ απεχθανόταν βαθύτατα.

Ίσως όλα να οφείλονται στη θρυλούμενη φιλοδοξία του να συγκροτήσει μια θεωρία περί κοινωνικής εξέλιξης ισότιμη προς την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Μολονότι ποτέ δεν διατύπωσε ρητά τέτοια φιλοδοξία, η αντίληψή του περί προόδου, με την «παρούσα κοινωνία [να] εγκυμονεί μια νέα, ανώτερη μορφή κοινωνίας» όπως έγραφε στον Ένγκελς, έδωσε την ευκαιρία στους πιο ασυγκράτητους οπαδούς του να ισχυρίζονται ότι επιταχύνουν τον τοκετό της επόμενης, «ανώτερης» κοινωνίας. Έστω και με τη βία της καισαρικής τομής. Αλλά οι συνθήκες των βιολογικών μεταλλάξεων υπολογίζονται με μιαν ακρίβεια που εκείνες των κοινωνικών αλλαγών δεν είναι σε θέση να διαθέτουν, ενώ η μετάβαση από ένα ζωικό είδος σε άλλο δεν προσφέρεται να αξιολογηθεί ως «πρόοδος». Όπως ο ίδιος ο Δαρβίνος σάρκαζε όσους χαρακτήριζαν «βελτίωση» κάθε νέα προσαρμογή οργανισμών στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον τους: «με κριτήρια μελισσών, είναι οι μέλισσες που αποτελούν βελτίωση του ανθρώπινου είδους».

Εκεί, ακριβώς, ανέκυψε «η μεγάλη παρεξήγηση». Πριν τον Δαρβίνο (από το 1844), ο Μαρξ είχε επισημάνει τη διάκριση ανάμεσα στο «φυσικό ον» και στο «ανθρώπινο φυσικό ον», όπου ο άνθρωπος, αντίθετα προς το αμιγώς «φυσικό ον», διαθέτει ιστορία. Άρα μπορεί, αποκτώντας συνείδηση της υπόστασής του, να δράσει διαφορετικά απ’ ό,τι στο παρελθόν και να μεταβάλει αυτοβούλως τον τρόπο ύπαρξής του. Χάρη στον Δαρβίνο καταδείχτηκε πώς, στην ιστορία της οργανικής φύσης, ένα νήμα οδηγεί από τους μονοκύτταρους οργανισμούς ως τα πρωτεύοντα και ως τον άνθρωπο. Χάρη στον Μαρξ, όπως τόνισε ο Ένγκελς εκφωνώντας τον επικήδειο του φίλου του, καταδείχτηκε το νήμα που οδηγεί από τη δουλοκτητική κοινωνία στον καπιταλισμό κι από εκεί στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αλλά ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι το επίτευγμα του Μαρξ στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν ανάλογο με το επίτευγμα του Δαρβίνου στις επιστήμες της φύσης, το «νήμα» μιας βιολογικής ή εκείνο μιας ιστορικής εξέλιξης δεν συνιστούν το «νόημά» της. Ό,τι συντελείται στο παρόν δεν προδιαγράφει, πουθενά, κάποια συγκεκριμένη διαφοροποίηση στο μέλλον.

Αλλιώς, η δαρβινική θεωρία συμπίπτει με τη θέση του «ευφυούς σχεδιασμού» των χριστιανών βιολόγων, όπου όλη η εξέλιξη των ειδών προοριζόταν να καταλήξει στο κορυφαίο έργο του Υψίστου –τον άνθρωπο– και, κατά την ίδια συλλογιστική, όλη η «πανουργία της Ιστορίας» (σύμφωνα με τον όρο του Χέγκελ) προετοίμαζε τη διαδρομή από την πρωτόγονη κοινότητα στην κομμουνιστική. Με μιαν απροσδόκητη ομοιότητα, μάλιστα, ανάμεσα στις δύο κοινότητες, εάν όχι με μιαν επιδείνωση. Όπως βεβαίωνε ο Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ, «στην κομμουνιστική κοινωνία ο άνθρωπος περνά, επιτέλους, από τις αμιγώς ζωικές συνθήκες στις πραγματικά ανθρώπινες». Θα πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία στην οποία ιδεώδης βελτίωση του ανθρώπου θα είναι οι μέλισσες (!), με την αρμονική παραγωγικότητα των κυψελών τους.

Διακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του, οι ιδέες του Μαρξ συνέχισαν να εξάπτουν το ενδιαφέρον και να θεωρούνται από πολλούς εξαιρετικά επίκαιρες. Ιδίως για  άτομα της γενιάς μου, που μεγαλώσαμε σε συνθήκες «Ψυχρού Πολέμου» και, ειδικά στην Ελλάδα, διανύσαμε τη φοιτητική μας ζωή σε καθεστώς στρατιωτικής χούντας, ερωτήματα όπως το ποιοι οι δεσμοί παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, πόσο επιστημονικός είναι ο ιστορικός υλισμός ή πόσο καθοριστική η οικονομική βάση για το πολιτιστικό εποικοδόμημα, τι σημαίνει ενσωματωμένη στο προϊόν υπεραξία, ως πού εκτείνονται τα όρια του προλεταριάτου και ποια χρειάζεται να είναι η διάρκεια της δικτατορίας του κατά τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε κομμουνιστική, ήταν ζωτικά αναγκαίο να απαντηθούν. Σχεδόν το ίδιο ζωτικά αναγκαίο με το να βρούμε δουλειά ή να αποκτήσουμε ερωτική σχέση. (Μ’ αυτό το τελευταίο να μην είναι, ίσως, τόσο ανεξάρτητο από τις απαντήσεις των ως άνω ερωτημάτων.)

Στη δεκαετία του ’70, με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του Βιετνάμ να μαίνεται, από τη μια, και τα Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν (μετά και την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας») να καταρρακώνουν, από την άλλη, κάθε σαγήνη με την οποία η νίκη επί του ναζισμού περιέβαλλε την ΕΣΣΔ στα μάτια ευαίσθητων νέων, η επάνοδος στον Μαρξ γινόταν απολύτως επιβεβλημένη. Πότε άρχισε να λοξοδρομεί η ιστορία; Με το 20ό συνέδριο και τον Χρουστσόφ; Με τη βαρβαρότητα του Στάλιν; Με τη βιασύνη του Λένιν; Ήταν η ωρίμανση της κεφαλαιοκρατίας ανυπέρθετη προϋπόθεση για να αποκτηθεί προλεταριακή συνείδηση, όπως διέβλεπε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844 και στο Μανιφέστο του 1848, ή όλα όσα διερευνούσε περί «ασιατικού τρόπου παραγωγής», στο τέλος της ζωής του, μπορούσαν να διευκολύνουν (τουτέστιν να επιταχύνουν) τη μετάβαση στα κολχόζ; Κι αν ο Λένιν δεν είχε βιαστεί, τότε πού χώλαινε το πράγμα; Μήπως οι θέσεις του παππού Κάρολου ίσχυαν για ό,τι συνέβαινε στα χρόνια του περισσότερο, παρά για όσα οι επινοήσεις της βιομηχανικής εξέλιξης έφεραν στο κοινωνικό προσκήνιο μετά τον θάνατό του, το 1883; Ή μήπως, τελικά, ο ίδιος ο Μαρξ είχε βιαστεί να προβλέψει τα απρόβλεπτα;

Μόνο ένας ιστορικός των ιδεών και άνθρωπος της γενιάς μου θα μπορούσε να παρακολουθήσει και να παρουσιάσει με τόση αρτιότητα την ανάπτυξη των ιδεών του Καρλ Μαρξ, συναρτώντας αυτές τις ιδέες και τη γένεση της κοινωνικοοικονομικής του θεωρίας με ό,τι συναφές συζητιόταν τον 19ο αιώνα. Κι ο Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς το κάνει έξοχα. Το βιβλίο του δείχνει πόσο η κατά τα άλλα οξυδερκέστατη θεωρία παρέμεινε δέσμια της πνευματικής ατμόσφαιρας της εποχής. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι πρόκειται για βιβλίο που άργησε να εμφανιστεί. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ίσως να διέσωζε αρκετούς από θολούς προβληματισμούς κι από ανόητες στρατεύσεις. Αλλά, όπως ο Μαρξ, έπρεπε και ο Στέντμαν Τζόουνς επίσης να βγει από τις δεσμεύσεις της πνευματικής ατμόσφαιρας των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, για να αναπτύξει αυτή την άρτια προσέγγιση των μαρξιστικών ιδεών υπό την οπτική της περιόδου κατά την οποία αναδύονταν.

Το ίδιο, άλλωστε, έπρεπε να συμβεί και με τους αναγνώστες του Τζόουνς, ώστε να αποδεχτούν τέτοια προσέγγιση. Διότι το πόσο άτοπες (το λιγότερο) ήταν οι προβλέψεις του Μαρξ, για την ιστορικά αναπότρεπτη έλευση μιας πανανθρώπινης ευδαιμονίας στην κομμουνιστική κοινωνία, είχε καταστεί απολύτως φανερό  από το 1945 και την εξαιρετική μελέτη του Καρλ Πόππερ Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της[1] (The Open Society and Its Enemies), αν όχι από το 1936 και τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Αντρέ Ζιντ στο Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση[2] (Retour de lU.R.S.S.) ή, ακόμη πιο πίσω, από τις διαπιστώσεις του Μπέρτραντ Ράσελ στο: The Practice and Theory of Bolshevism (Πρακτική και θεωρία του μπολσεβικισμού), το 1921 ήδη. (Για να μην πάμε στα λογοτεχνικά έργα του Άρθουρ Καίσλερ, του Τζωρτζ Όργουελ και άλλων ή σε δοκίμια ποιητών, όπως Η αιχμάλωτη σκέψη του Τσέσλαβ Μίλος, όλα μεταξύ 1940-1953.) Μα με εξαίρεση την Αγγλία, με εδραιωμένη παράδοση φιλελεύθερης δημοκρατίας, και τις ΗΠΑ, τόσο μακριά από τις κοινωνικές εξεγέρσεις της Ευρώπης ώστε να γελοιοποιηθεί σύντομα ο αντικομμουνισμός του Μακάρθυ, ελάχιστοι απ’ όσους είχαν ασπαστεί τον μαρξισμό, στον υπόλοιπο κόσμο, δέχονταν να ακούσουν σοβαρές αμφισβητήσεις του.

Η Γαλλία και η Ιταλία είχαν να αντισταθμίσουν τους συμβιβασμούς τους με τον φασισμό κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ιβηρική εξακολουθούσαν να ευδοκιμούν προπολεμικές δικτατορίες, η Κίνα δόξαζε τον Μαρξ μέσω Μάο, η Κούβα μέσω Φιντέλ, σε πολλές χώρες της Ασίας ή της Αφρικής τα κομμουνιστικά ιδεώδη εμπλέκονταν με εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, ενώ στην Ελλάδα, όπως διαπιστώσαμε το 2015, ο εμφύλιος ποτέ δεν είχε λήξει οριστικά. (Με το ΚΚΕ να περιμένει πάντα την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού, ώστε να επέμβει και να αναλάβει το έργο της κοινωνικής ανοικοδόμησης.) Συνεπώς, σε όλο αυτό το ταραγμένο ανά την οικουμένη διάστημα, κάθε νηφάλια ανάλυση των ατοπημάτων του μαρξισμού ήταν καταδικασμένη να απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων[3].

Ο Στέντμαν Τζόουνς συνδυάζει την αναλυτική πραότητα με θαυμαστή ευρυμάθεια και ο υπότιτλος του βιβλίου –«Μεγαλείο και Ψευδαισθήσεις»– συνοψίζει εύστοχα την κεντρική γραμμή του: σεβασμός προς τον οξυδερκή ερευνητή, που με εντιμότητα επιχείρησε μια μεγαλειώδη, συνολική σύλληψη της εξέλιξης των κοινωνιών, αλλά και αντικειμενική στάθμιση των ανακολουθιών στις οποίες παρασύρθηκε, υπό την πίεση των καιρών και τις προσδοκίες των οπαδών ή τον οπτιμισμό του Ένγκελς. Αφού, όπως φαίνεται, πρώτα όρισε έναν στόχο στην ιστορική εξέλιξη κι έπειτα βάλθηκε να αναζητεί τα τεκμήρια που πιστοποιούν την πορεία προς αυτόν.

Διότι περί αυτού πρόκειται, ουσιαστικά. Στα μέσα του 19ου αιώνα, το τιμόνι της ιστορίας έστριβε ολοφάνερα. Πρακτικές αιώνων μεταβάλλονταν ανεπιστρεπτί. Οι σχέσεις των ανθρώπων με τα αντικείμενα άλλαζαν· το ίδιο άρχιζε να γίνεται και με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η Συμβατική Εθνοσυνέλευση του 1792, στο Παρίσι, είχε δείξει ότι ο θάνατος ενός βασιλιά δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται με ευχές μακροημέρευσης για τον διάδοχό του και κατά εκατομμύρια, στη συνέχεια, οι χειρώνακτες αντικαθίσταντο από μηχανές. Υπήκοοι μοναρχών ήγειραν πλέον αιτήματα συμμετοχής στη διακυβέρνηση του κράτους, ενώ φιλόσοφοι και πολιτικοί, ή αρκετοί που συνδύαζαν τις δυο ιδιότητες, πρότειναν ποικίλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Και οι σχετικές ιδέες ξεσπούσαν κατά κύματα.

Ο Σαρλ Φουριέ είχε προτείνει τις ουτοπικές κοινότητες των «Φαλανστηρίων»· ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ αχρήστευε ριζικά τον χριστιανισμό, ως συνεκτικό ιστό μιας κοινωνίας ανισοτήτων· ο Ετιέν Καμπέ, αντίθετα, εισηγούνταν τον όρο κομμουνισμός εμπνεόμενος από την ισότητα των χριστιανικών κοινοτήτων· ο Φερντινάντ Λασσάλ προωθούσε τον διεθνή σοσιαλισμό· το ίδιο και ο Ευγένιος Ντύρινγκ, μα με ισχυρές δόσεις πατριωτισμού∙ ο Μιχαήλ Μπακούνιν κι ο Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν κινούνταν μεταξύ αναρχίας και φεντεραλισμού· ενώ ο μέγας Χέγκελ, βλέποντας τις συνεχείς επιτυχίες της επιστήμης και των τεχνικών εφαρμογών, είχε εξαγγείλει μια πορεία που θα οδηγούσε στην υπέρβαση της διάκρισης κράτους και κοινωνίας των ιδιωτών ή στην ταύτιση συνείδησης και Παγκόσμιου Πνεύματος. Δικό του, με άλλα λόγια, ήταν το τέχνασμα πρώτα να εξαγγέλλεται η κατάληξη μιας πορείας και έπειτα να τεκμηριώνεται η προς αυτήν όδευση. Κατεξοχήν εργαλείο του πρωθύστερου έγινε η περίφημη διαλεκτική και η υπέρβαση της «αντίφασης» χάρη στη «σύνθεση». Εργαλείο βολικό για ονειροπολήσεις, αφού, ενώ στην επιστήμη η αντίφαση σημαίνει σφάλμα κι επιβάλλει στη θεωρία να ακυρωθεί και ν’ αναζητηθεί νέα θεωρία, χωρίς αντιφάσεις, στη διαλεκτική του «επιστημονικού [sic] σοσιαλισμού» η κορύφωση μιας αντίφασης μετράει ως αγγελτήριο της υπέρβασής της. Όσο λ.χ. αυξάνεται η μιζέρια στη ζωή των προλεταρίων, τόσο πιο κοντά έρχεται η ανατροπή της[4]!

Μέσα σε όλον αυτόν τον χαμό της εποχής του, ο Μαρξ επιδίωξε, τρόπον τινά, να «βγάλει το κεφάλι από το νερό» και να διακρίνει πού κατευθύνονται αυτά τα κύματα. Κάτι που, μοιραία, σήμαινε ανταγωνισμούς και συγκρούσεις με άλλους, οι οποίοι επίσης πρέσβευαν ότι ορθοτομούν τα επερχόμενα. Με τη βεβαιότητα ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει τη διαλεκτική σωστά, με «τα πόδια κάτω» –την ανάπτυξη των υλικών δυνάμεων παραγωγής– και όχι με «το κεφάλι κάτω» –την πνευματική ανάπτυξη– όπως είχε κάνει ο Χέγκελ, αντιμετώπιζε υπεροπτικά όσους πρότειναν άλλα θεωρητικά συστήματα και λιγότερο ριζοσπαστικούς στόχους. Από τη σχεδόν ρατσιστική αντιμετώπιση του Λασσάλ, παρά τα δανεικά που του ζητούσε κατά καιρούς, μέχρι το βιβλίο του Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, όπου κάγχαζε ανελέητα τον Προυντόν, ή το «άδειασμα» του Ντύρινγκ (που το ανέλαβε ο Ένγκελς, καθώς ο ίδιος αγωνιζόταν να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο), οι αντιπαραθέσεις ήταν διαρκείς[5].

Ασφαλώς δεν έλειπαν ένθερμοι νεαροί οπαδοί σαν τον Άουγκουστ Μπέμπελ, που περίμεναν εναγωνίως τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου, για να ολοκληρωθούν τα «ατράνταχτα θεμέλια» στα οποία θα στηρίζεται η ακριβής ημερομηνία κατάρρευσης της κεφαλαιοκρατίας[6]. Υπήρχαν όμως κι αρκετοί νεοχεγκελιανοί, συναγωνιστές του Μαρξ στις κοινωνικές εξεγέρσεις του 1848, οι οποίοι εξέφραζαν επιφυλάξεις για το τι θα συνεπαγόταν η κατάργηση της ιδιοκτησίας. Ο Άρνολντ Ρούγκε συγκεκριμένα, δεκαπέντε χρόνια πρεσβύτερος του Μαρξ και πολιτικός στοχαστής που επίσης βρήκε καταφύγιο στο Λονδίνο, με συγκλονιστικά προφητική διαύγεια έγραφε[7] ότι «τα όσα εισηγούνται οι κομμουνιστές καταλήγουν σε αστυνομικό κράτος και δουλεία. Ονειρεύονται να απελευθερώσουν το προλεταριάτο από το βάρος της σωματικής και διανοητικής εξαθλίωσης, με μια οργάνωση που θα γενικεύσει αυτήν ακριβώς την εξαθλίωση»!

Ως ιστορικός των ιδεών, ο Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς διερευνά και εκθέτει με έξοχη σαφήνεια, όπως ήδη τόνισα, τα πνευματικά ερεθίσματα του Μαρξ, πολύ εκτενέστερα απ’ ό,τι τα επεισόδια της ζωής του. Μνημονεύει, ασφαλώς, την έφεση του νεαρού Καρλ να γίνει ποιητής, τη σχέση με τον δικηγόρο πατέρα του, τις σπουδές και τον έρωτα με την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του αριστοκράτισσα Γέννυ φον Βεστφάλεν, τις φιλίες και τις εχθρότητές του, τις διακυμάνσεις στη ζήτηση της αρθρογραφίας του, τα μόνιμα οικονομικά του προβλήματα που έλυναν οι ενισχύσεις του εργοστασιάρχη Φρίντριχ Ένγκελς, τον νόθο γιο που απέκτησε με την υπηρέτρια της οικογένειας Χελένε Ντέμουτ (βάζοντας τον έτσι κι αλλιώς γυναικοκατακτητή Ένγκελς να τον παρουσιάζει σαν δικό του γιο), καθώς και άλλα, λίγο ή πολύ γνωστά από παλιότερες βιογραφίες.

Η έμφαση του Τζόουνς, όμως, είναι στο τι κείμενα μελετά ο Μαρξ, όταν στα εικοσιένα του υποβάλλει το διδακτορικό του για τη Διαφορά της φιλοσοφίας της φύσης στον Δημόκριτο και τον Επίκουρο· σε ποιες αντιπαραθέσεις ρίχνεται ενόσω δημοσιογραφεί με άρθρα ή μπροσούρες· πού βασίζει τις θέσεις του ή πώς τις προσαρμόζει, ανάλογα με σημαντικά γεγονότα· ως ποιον βαθμό οικειοποιείται τις θεωρίες του βρετανού οικονομολόγου Ντέιβιντ Ρικάρντο, για την «αξία» του κάθε προϊόντος σε σύνδεση με την απαραίτητη για την παραγωγή του εργασία· και, κυρίως, πόσο έντιμα παλεύει να τεκμηριώσει την επικείμενη κατάρρευση του καπιταλισμού εξαιτίας των αντιφάσεών του. Γι’ αυτό, άλλωστε, αναγκάζεται να αφήσει ανολοκλήρωτο το μείζον έργο του – Το Κεφάλαιο. Αρνούμενος να συγκλίνει προς τους «συμβιβασμούς» της σοσιαλδημοκρατίας, επιμένει να αναζητεί, σε κάποια μάλλον ασαφή δείγματα κατάλυσης της «κεφαλαιοκρατικής γαιοπροσόδου», τα προανακρούσματα επιστροφής σε ιδεώδεις Εδέμ αρχέγονων αγροτικών κοινοτήτων.

Έτσι, όμως, η διερεύνηση των μηχανισμών λειτουργίας του καπιταλισμού στράφηκε σε απεγνωσμένες δοκησισοφίες και δεδομένα που πολύ απείχαν από το να επιβεβαιώνουν προβλέψεις. Ιδίως στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, μεταξύ Κομμούνας του Παρισιού το 1871 και θανάτου του το 1883, η διαλεκτική καλούνταν να λύσει ανυπέρβατες «αντιφάσεις». Η «σύνθεση» δεν προέκυπτε και οι συνδρομές διαφόρων άμεσων ή μακρινών επιγόνων δεν βοήθησαν ιδιαίτερα. Από τον Ένγκελς και τη βιαστική «ολοκλήρωση» του Κεφαλαίου, τον Πωλ Λαφάργκ και το δικαίωμα των προλεταρίων να τεμπελιάζουν όπως οι αστοί, τον Νικολάι Τσερνισέφσκι και τη δυνατότητα της Ρωσίας για άμεση μεταπήδηση από την αρχέγονη κοινότητα στον σοσιαλισμό (θέση που με παρότρυνση του Ένγκελς υιοθέτησε και ο Μαρξ, στον πρόλογο της ρωσικής μετάφρασης του Μανιφέστου[8]), ή τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ και τη σύνδεση του «ιστορικού υλισμού» με τη ρομαντική πίστη του «ναροντνικισμού» στη ρωσική αγροτική κοινότητα, μέχρι τον Λένιν και τη δική του ανάγνωση του μαρξισμού (όταν εντόπιζε τον περιβόητο «αδύναμο κρίκο»), δικαιώνεται απολύτως η επισήμανση του Μίλαν Κούντερα στην προμετωπίδα. Παρά την ιδιοφυΐα και την εντιμότητά του, ο Μαρξ έδωσε σε πολλούς την ευκαιρία να αναγάγουν «έξι-επτά σλόγκαν» σε επιστήμη της Ιστορίας.

Το βιβλίο του Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς περιλαμβάνει μια εκτενέστατη παράθεση πηγών (σ. 753-770), για όποιον ενδιαφέρεται να διασταυρώσει εκτιμήσεις ή να μάθει περισσότερα. Εντάσσει όμως στις «Δευτερεύουσες πηγές», χωρίς άλλες αναφορές, και το βιβλίο του αμερικανού καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Μισούρι Jonathan Sperber, Karl Marx: A NineteenthCentury Life (Liveright Publishing Corporation, 2014). Πρόκειται για βιβλίο καθηγητή σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, όχι καθηγητή «ιστορίας των ιδεών». Παραπέμπει κι αυτό, ωστόσο, στις ίδιες με τον Τζόουνς πηγές και, μολονότι περισσότερο εστιασμένο στην ιστόρηση της προσωπικής ζωής του Μαρξ[9], διόλου δεν παραλείπει την ανάλυση των ιδεών του εν σχέσει με τις ιδέες της εποχής του. Εξάλλου ο τίτλος –A NineteenthCentury Life– είναι ενδεικτικός. Τρία χρόνια πρωιμότερο κι εξίσου καλογραμμένο, μάλλον αδικείται εντασσόμενο στις «Δευτερεύουσες πηγές» ενός βιβλίου με τίτλο: Καρλ Μαρξ, Μεγαλείο και Ψευδαισθήσεις.

Αλλά ακόμη και κάποιος που τόσο δεξιοτεχνικά εξετάζει μεγαλεία μπορεί, κάπου κάπου, να υποπίπτει σε μικρότητες. Ούτε από τη ζωή του Μαρξ, άλλωστε, έλειψαν παρόμοια, ελαφρά στίγματα.


 

[1] Καρλ Πόππερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, μτφρ. Ειρήνη Παπαδάκη, Παπαζήση, Αθήνα 2003.

[2] Αντρέ Ζιντ, Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Ολκός, Αθήνα 2011.

[3] Το σχεδόν αστείο είναι ότι, έτσι κι αλλιώς, τέτοιες αναλύσεις ήταν απαγορευμένες για τα αυτιά πολιτών του Ανατολικού Μπλοκ, ενώ στη νεολαία της Δύσης τα αυτιά ήταν στραμμένα μόνο σε όσα επιτρέπονταν ή επιβάλλονταν να ακούγονται εκεί όπου, δια ροπάλου, απαγορευόταν τα άλλα.

[4] Ή όπως θα ισχυριστεί αργότερα ο Στάλιν, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες εκτελούνταν ή εξορίζονταν στα Γκουλάγκ την περίοδο 1937-1939, όσο περισσότερο ισχυροποιείται το προλεταριακό κράτος τόσο πιο αποφασιστικά τείνει στον «μαρασμό»! (Με την επιλογή των κυβερνώντων να μη διαφέρει, πλέον, από «την επιλογή τεχνιτών για την κατασκευή ενός ζευγαριού παπουτσιών», σύμφωνα με το Αντι-Ντύρινγκ.)

[5] Και δεν έληξαν ποτέ, θα τολμούσα να πω, δεδομένου ότι αν η αναδιαμόρφωση ενός κόσμου που ήδη υφίσταται επιτρέπει ποικίλες προτάσεις και αντιπαραθέσεις, η διαμόρφωση ενός ανύπαρκτου επιτρέπει απείρως περισσότερες. Εξ ου και οι «διασπάσεις» στην Αριστερά, σε όλη την ιστορία της, υπερτερούν εκείνων κάθε άλλου πολιτικού χώρου. Βλ. π.χ. Jacques Juillard, Οι Αριστερές της Γαλλίας, μτφρ. Χριστιάννα Σαμαρά, Πόλις, Αθήνα 2015.

[6] Καθώς ο πρώτος τόμος, ολοκληρωμένος το 1867, άφηνε το ζήτημα ανοιχτό, σε μια ασαφή προσδοκία «απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών».

[7] Βλ. σ. 186 του βιβλίου.

[8] Βλ. σ. 638 του βιβλίου.

[9] Με τα κεφάλαιά του να έχουν τίτλους όπως: «Ο γιος», «Ο φοιτητής», «Ο εκδότης», «Ο πρόσφυγας» κ.λπ. μέχρι «Ο βετεράνος» και «Το είδωλο».

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — «όποιος δεν είναι φιλοκομμουνιστής είναι φιλοναζιστής…»

28/09/2019 § Σχολιάστε

39.

Μερικά απλά ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η παλιά καλή εξίσωση -όποιος δεν είναι φιλοκομμουνιστής είναι φιλοναζιστής- δίνει και παίρνει τις τελευταίες ημέρες. Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης αυτή η εξίσωση θα σήκωνε θύελλα νευρικού γέλιου, αλλά στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας πρέπει να την αντιμετωπίσουμε σοβαρά. Ας την αντιμετωπίσουμε σοβαρά, λοιπόν, με την παράθεση μερικών απλών δεδομένων που δεν επιδέχονται ερμηνεία ή αμφισβήτηση:

Α) Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κράτησε ακριβώς έξι χρόνια· από τον Σεπτέμβριο του 1939 έως και τον Αύγουστο του 1945.

Β) Κατά τα πρώτα δύο από τα έξι αυτά χρόνια, σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής του διάρκειας (είκοσι δύο μήνες, για την ακρίβεια), η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση συνδέονταν με το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ και συμπεριφέρονταν ως σύμμαχοι. Δεν συμπεριφέρονταν ως σύμμαχοι θεωρητικά, με ρητορικές διακηρύξεις αλληλεγγύης. Συμπεριφέρονταν ως σύμμαχοι πρακτικά, στο πεδίο της μάχης. Η Γερμανία κατέκτησε τη μισή Πολωνία και σχεδόν όλη την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη (πλην της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελβετίας), ενώ η Σοβιετική Ένωση κατέκτησε την άλλη μισή Πολωνία, τις Βαλτικές Χώρες, καθώς κι επιχείρησε ανεπιτυχώς να κατακτήσει τη Φινλανδία.

Γ) Το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ παραβιάστηκε από τη Γερμανία στις 22 Ιουνίου του 1941, όταν επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Εάν δεν παραβιαζόταν το Σύμφωνο, η Σοβιετική Ένωση δεν θα είχε κανένα λόγο να πολεμήσει εναντίον της Γερμανίας. Δεν το έκανε επί είκοσι δύο μήνες, δεν θα το έκανε και στη συνέχεια.

Δ) Η Σοβιετική Ένωση δεν απέσυρε τα στρατεύματά της από καμία χώρα που κατέλαβε. Κατέπνιξε όλες τις τοπικές εξεγέρσεις -Ανατολική Γερμανία, Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία- και αποσύρθηκε μονάχα μετά την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Ε) Μετά την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, όλα τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα κηρύχτηκαν παράνομα ή υποχρεώθηκαν να αλλάξουν το όνομά τους (ή και τα δύο) και σχεδόν όλα πέρασαν στο πολιτικό περιθώριο. Δεν υπήρξε ούτε μία από τις χώρες του ανατολικού συνασπισμού που να μην θεώρησε και να μην εξακολουθεί να θεωρεί αυτήν την χονδρικά τεσσαρακονταετή περίοδο ως περίοδο στυγνής κομμουνιστικής δικτατορίας…

ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: Μεταξύ μας όλα αυτά, έτσι; Μην μεταφέρουμε αυτή τη συζήτηση και παραέξω, γιατί θα μας πάρουνε με τις λεμονόκουπες. Έχουν χιούμορ -στυφό χιούμορ, ιδίως οι Ανατολικοευρωπαίοι- αλλά μέχρι ενός ορίου.

Καλή νύχτα και καλό ξημέρωμα.

*

©Petros Tatsopoulos

 

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

Where Am I?

You are currently browsing the racontes category at αγριμολογος.