[Ρόζα Λούξεμπουργκ: κριτική στον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό·

16/01/2026 § Σχολιάστε

Η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γίνεται συχνά σημείο αναφοράς στις εσωτερικές διαμάχες της Αριστεράς επειδή συμπυκνώνει ένα από τα βαθύτερα και πιο επώδυνα ερωτήματα του αριστερού κινήματος: αν και πώς μπορεί να υπάρξει επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας χωρίς απώλεια της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Η πολιτική και θεωρητική της στάση βρίσκεται σε μια μοναδική θέση, καθώς συνδύασε αταλάντευτο επαναστατικό μαρξισμό με ριζική υπεράσπιση των πολιτικών ελευθεριών, γεγονός που την καθιστά δύσκολο να απορριφθεί είτε ως ρεφορμίστρια είτε ως «αστική» δημοκράτισσα. Επειδή δεν άσκησε ποτέ κρατική εξουσία και δολοφονήθηκε από τη Δεξιά, η μορφή της δεν βαραίνεται από την εμπειρία αποτυχημένων καθεστώτων ή κατασταλτικών πρακτικών, και έτσι λειτουργεί ως ηθικό και πολιτικό μέτρο σύγκρισης μέσα στην Αριστερά.

Η κριτική της στον αυταρχισμό, στον μονοκομματισμό και στη γραφειοκρατική υποκατάσταση της εργατικής τάξης από το κόμμα την καθιστά σημείο αναφοράς για όσους αντιστέκονται στον σταλινισμό και σε κάθε μορφή συγκεντρωτικής εξουσίας που δικαιολογείται στο όνομα της επανάστασης. Ταυτόχρονα, η ανοιχτή και μη δογματική φύση της σκέψης της επιτρέπει διαφορετικές, συχνά επιλεκτικές αναγνώσεις, γεγονός που την καθιστά «χρήσιμη» σε αντιπαραθέσεις για ζητήματα όπως η εσωτερική δημοκρατία, ο ρόλος της βάσης έναντι της ηγεσίας, και η σχέση κόμματος και κινήματος. Σε περιόδους κρίσης, όταν περιορίζεται η διαφωνία ή η δημοκρατία θυσιάζεται στο όνομα της αποτελεσματικότητας, η επίκληση της Λούξεμπουργκ επανέρχεται ως υπενθύμιση ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω και ότι ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία αυτοαναιρείται.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υποστήριξε ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της ενεργής, συνειδητής και δημοκρατικής δράσης της ίδιας της εργατικής τάξης και όχι ως προϊόν μεταρρυθμίσεων από τα πάνω ή επιβολής από ένα κόμμα-πρωτοπορία. Στο βιβλίο της «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;» [1] που έγραψε το 1899, ασκεί κριτική στον ρεφορμισμό του Έντουαρντ Μπερνστάιν και υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Αν και υποστηρίζοντας ότι οι κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις, αν και μπορούν να βελτιώσουν προσωρινά τις συνθήκες ζωής, δεν αναιρούν τις δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού ούτε οδηγούν από μόνες τους στον σοσιαλισμό, γι’ αυτό και τόνιζε την αναγκαιότητα της επαναστατικής ρήξης. Ταυτόχρονα, άσκησε έντονη κριτική στον αυταρχικό και συγκεντρωτικό σοσιαλισμό, επιμένοντας ότι χωρίς ελευθερία λόγου, Τύπου, οργάνωσης και πολιτικής διαφωνίας η επανάσταση εκφυλίζεται σε γραφειοκρατική κυριαρχία πάνω στην κοινωνία. Στα κείμενά της για τη ρωσική επανάσταση [2] υποστήριξε ότι η κατάργηση της δημοκρατίας και ο περιορισμός των ελευθεριών στο όνομα της επαναστατικής αναγκαιότητας οδηγούν σε «δικτατορία πάνω στο προλεταριάτο» και όχι σε δικτατορία του προλεταριάτου.

Ανέπτυξε την ιδέα της μαζικής απεργίας ως μορφής αυθόρμητης και δημιουργικής δράσης των εργαζομένων, μέσα από την οποία οι μάζες μαθαίνουν πολιτικά, οργανώνονται και μετασχηματίζουν τη συνείδησή τους, υπογραμμίζοντας ότι τα λάθη και οι συγκρούσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της χειραφέτησης. Υποστήριξε επίσης ότι ο ιμπεριαλισμός και ο μιλιταρισμός δεν είναι τυχαίες πολιτικές επιλογές, αλλά αναγκαία αποτελέσματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης [3], γεγονός που καθιστά τον σοσιαλισμό ιστορική αναγκαιότητα και όχι ηθική επιλογή. Σε όλο το έργο της διαπερνά την άποψη ότι η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά η ίδια η μορφή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, καθώς μόνο μέσα από την ελεύθερη συμμετοχή, τη διαφωνία και τον συλλογικό αυτοκαθορισμό μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινωνική απελευθέρωση.

Η Λούξεμπουργκ δεν λειτουργεί απλώς ως ιστορική μορφή, αλλά ως διαρκές κριτικό σημείο αναφοράς που φωτίζει τις αντιφάσεις και τα όρια της ίδιας της Αριστεράς.

________________

Πηγές:
[1] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή επανάσταση; εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1972

[2] Η Ρωσική Επανάσταση (εκδόσεις Υψιλον, 1980) που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, στο οποίο στηρίζει την επανάσταση αλλά ασκεί σφοδρή κριτική στον αυταρχισμό και στον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών από τους μπολσεβίκους.

[3] Το 1913 γράφει το πιο εκτενές και θεωρητικό της έργο, όπου εξετάζει τον ιμπεριαλισμό ως αναγκαστικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης: Η συσσώρευση του Κεφαλαίου, (2 τόμοι) εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1973

✳︎

Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]

[αλήθειες·

15/01/2026 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

🎩

[ο Φουκώ και η συμπάθειά του στην θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ·

13/01/2026 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική

Η στάση του Μισέλ Φουκώ απέναντι στην Ιρανική Επανάσταση του 1978–79 αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της γαλλικής διανοητικής ιστορίας του ύστερου 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με πολλούς συγχρόνους του, ο Φουκώ δεν προσέγγισε τα γεγονότα με τα παραδοσιακά σχήματα της μαρξιστικής ή φιλελεύθερης πολιτικής ανάλυσης. Είδε την εξέγερση εναντίον του Σάχη ως μια μοναδική ιστορική στιγμή, όπου ένα συλλογικό υποκείμενο συγκροτούνταν μέσα από μια «πολιτική πνευματικότητα» ριζικά διαφορετική από τη δυτική νεωτερικότητα. Αυτή η ερμηνεία τον οδήγησε σε μια στάση έντονης συμπάθειας προς το επαναστατικό κίνημα, ακόμη κι αν δεν διατύπωσε ρητή υποστήριξη προς την επικείμενη θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ.

Η θέση αυτή τον διαφοροποίησε έντονα από διανοούμενους όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, οι οποίοι, αν και είχαν ιστορικά υποστηρίξει αντιαποικιακά και επαναστατικά κινήματα, αντιμετώπισαν το Ιράν με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Η ντε Μποβουάρ, ειδικά, αντέδρασε έντονα στις πρώτες ενδείξεις ισλαμικής πατριαρχικής καταστολής, ιδίως απέναντι στις γυναίκες, και εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της για τον θεοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος. Για εκείνη, η απελευθέρωση δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τα ατομικά δικαιώματα και την έμφυλη ισότητα – ένα κριτήριο που ο Φουκώ, στα ιρανικά του κείμενα, έτεινε να αναστείλει.

Ακόμη πιο αποστασιοποιημένος υπήρξε ο Ρεϊμόν Αρόν, ο οποίος αντιμετώπισε εξαρχής την Ιρανική Επανάσταση με κλασικά εργαλεία πολιτικής ανάλυσης. Ο Αρόν είδε στο ισλαμικό κίνημα μια μορφή ιδεολογικού ολοκληρωτισμού, συγγενή με άλλα αντιφιλελεύθερα καθεστώτα του 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με τον Φουκώ, δεν γοητεύτηκε από τη «διαφορά» της ιρανικής εμπειρίας, αλλά τόνισε τη συνέχεια ανάμεσα στη θρησκευτική και την κοσμική αυταρχία. Η στάση του μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο πρωτότυπη φιλοσοφικά, αλλά αποδείχθηκε πολιτικά πιο διορατική.

Στο ίδιο κριτικό πνεύμα κινήθηκε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος άσκησε από νωρίς σφοδρή κριτική στον Φουκώ. Ο Καστοριάδης υποστήριξε ότι η εξιδανίκευση της «άλλης» πολιτικής εμπειρίας οδηγεί σε επικίνδυνο σχετικισμό και ότι η απόρριψη του Διαφωτισμού αφήνει απροστάτευτους τους ίδιους τους εξεγερμένους απέναντι σε νέες μορφές κυριαρχίας. Για τον Καστοριάδη, η ιρανική περίπτωση δεν αποτελούσε εναλλακτική στη δυτική νεωτερικότητα, αλλά τραγική επιβεβαίωση της ανάγκης για δημοκρατικούς θεσμούς και κοινωνική αυτονομία.

Η ιδιαιτερότητα του Φουκώ έγκειται στο ότι δεν έκανε λάθος επειδή “δεν ήξερε” τι θα ακολουθήσει, αλλά επειδή επέλεξε συνειδητά να αναστείλει την κανονιστική κρίση στο όνομα μιας φιλοσοφικής διερεύνησης της εξέγερσης ως εμπειρίας. Εκεί όπου άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι έθεταν όρια – δικαιώματα, ελευθερίες, θεσμούς – ο Φουκώ ενδιαφερόταν για τη ρήξη, το γεγονός, τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι «δεν κυβερνιούνται πια με τον ίδιο τρόπο». Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική.

Συνολικά, η σύγκριση δείχνει ότι ο Φουκώ εκπροσωπεί την πιο ριζοσπαστική, αλλά και πιο επικίνδυνη εκδοχή της γαλλικής διανοητικής εμπλοκής με το Ιράν: μια στάση που προτίμησε να δει στην επανάσταση μια φιλοσοφική υπόσχεση, ενώ άλλοι είδαν – πιο ψυχρά, αλλά και πιο ρεαλιστικά – το πολιτικό της τίμημα.

✳︎

Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]

[διπλωματία, η συνειδητή επιλογή του λόγου απέναντι στη βία·

09/01/2026 § Σχολιάστε

Πολιτισμός

Diplomacy Cartoon, 1913, by William A Rogers

Η διπλωματία αποτελεί μία από τις υψηλότερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος στον αδιάκοπο αγώνα για ειρήνη και συνύπαρξη. Σε έναν κόσμο όπου οι διαφορές —εθνικές, πολιτικές, ιδεολογικές— γεννούν συχνά την ένταση και τη σύγκρουση, η διπλωματία αναδύεται ως η συνειδητή επιλογή του λόγου απέναντι στη βία, της σύνεσης απέναντι στην καταστροφή. Δεν είναι απλώς ένα εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, αλλά έκφραση πολιτισμού και ωριμότητας, μια διαδικασία μέσα από την οποία τα κράτη και οι κοινωνίες αναγνωρίζουν ότι η δύναμη των επιχειρημάτων υπερέχει της ισχύος των όπλων. Μέσα από τον διάλογο, τον συμβιβασμό και την αμοιβαία κατανόηση, η διπλωματία επιτρέπει την επίλυση διαφορών χωρίς να θυσιάζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και χωρίς να διαρρηγνύεται ο ιστός της ειρήνης. Σε τελική ανάλυση, είναι ο μοναδικός δρόμος που μπορεί να οδηγήσει σε βιώσιμες λύσεις, γιατί μόνο εκεί όπου κυριαρχεί ο λόγος μπορεί να εδραιωθεί η ελπίδα για ένα κοινό μέλλον.

Where Am I?

You are currently browsing the Reason category at αγριμολογος.