[ο Δυτικός πολιτισμός κατά Pascal Bruckner [I]·
01/02/2022 § 2 Σχόλια

«Τίποτα δεν είναι πιο επίβουλο από την ιδέα ενός συλλογικού σφάλματος που θα περνάει από γενιά σε γενιά κηλιδώνοντας για πάντα ένα λαό ή μία κοινότητα. Η ψυχική συντριβή δεν συνιστά μια πολιτική, Έτσι καθώς δεν υπάρχει κληρονομική μετάδοση της κατάστασης του θύματος, δεν υπάρχει κληρονομικότητα της κατάστασης του δήμιου: μιας και νδεν υπάρχει ενοχή λόγω συγγένειας, το «καθήκον της μνήμης» δεν συνεπάγεται την αυτόματη αγνότητα ή διαφθορά των εγγονών ή δισέγγονων. Η ιστορία δεν χωρίζεται ανάμεσα σε αμαρτωλά έθνη και αγγελικές ηπείρους, καταραμένες φυλές και άμεμπτους λαούς, αλλά ανάμεσα σε δημοκρατίες που αναγνωρίζουν τις φαυλότητές τους και δικτατορίες που τις κρύβουν φορώντας τα χρυσά κουρέλια του μάρτυρα. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε το προφανές πως οι Αφρικανοί, όπως και οι Ασιάτες ή οι Γάλλοι, είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την πρόοδό τους· και για την καθυστέρηση τους δεν έχουν να ψέξουν παρά τον ίδιο τον εαυτό τους, όσο μεγάλη κι αν είναι η σκληρότητα του διεθνούς συστήματος (κι έστω αν σε ορισμένες περιπτώσεις η λεηλασία του πλούτου τους από τις ξένες επιχειρήσεις συνεχίζεται με τη συνενοχή των τοπικών αρχών, έστω κι αν πρέπει να αγωνιστούν για την παραγραφή του χρέους τους). Οι πρώην αποικιοκρατούμενοι, με τον αγώνα τους, έγιναν κύριοι του πεπρωμένου τους· συνεπως είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και δεν μπορούν αιωνίως να φορτώνουν τα πάντα στις παλιές μητρόπολεις, να αποδίδουν τα σφάλματά τους σε μια «αποικιοκρατία δίχως αποικιοκράτες» (Μαρκ Φερρό), κάτι που θυμίζει αυτομάτως το περίφημο μαχαίρι δίχως λάμα από το οποίο λείπει η λαβή (Λίχτενμπεργκ). Δεν υπάρχουν αθώα Κράτη: να τι μάθαμε κατά τη διάρκεια του δεύτερου μέρους του περασμένου αιώνα, δεν υπάρχει Κράτος που να μην θεμελιώθηκε πάνω στο έγκλημα και τον εξαναγκασμό, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που μόλις έκαναν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστορίας. Αλλά υπάρχουν Κράτη ικανά να αναγνωρίζουν και να κοιτάζουν καταπρόσωπο τη βαρβαρότητά τους και άλλα που, μες στην αλλοτινή τους καταπίεση, αναζητούν δικαιολογίες για τη σημερινή κακότητάς τους.»
*
[Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η τυραννία της μεταμέλειας: Δοκίμιο πάνω στον δυτικό πολιτισμό. Μετφρ.: Λόισκα Αβαγιανού, εκδόσεις Αστάρτη 2007
❂
Η Β΄ Πολιτιστική Επανάσταση ή Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μιλάμε;
28/04/2021 § Σχολιάστε

Λίντα Σόφι Γιάνσον, Κραυγή, 250η Θερινή Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας, 2018.
«[…]η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού.»
Helen Pluckrose, James Lindsay, Cynical Theories: How Activist Scholarship Made Everything aboutRace, Gender, and Identity – And Why This Harms Everybody [Κυνικές Θεωρίες: Πώς η ακτιβιστική διανόηση κάνει τα πάντα να αφορούν τη φυλή, το φύλο και την ταυτότητα – και γιατί αυτό μας βλάπτει όλους], Pitchstone Publishing 2020, 352 pp.
Γράφει ο ©Αντώνης Εφραιμίδης στο τ. 127 Απριλίου στην Athens Review of Books
Αξίζει να παρατηρήσουμε εξ αρχής ότι οι συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου στον τίτλο CynicalTheories (Κυνικές Θεωρίες) θέτουν διαγραμμένη τη λέξη Critical την οποία αντικαθιστούν με την λέξη Cynical. Διότι, όπως θα δούμε, στην Καινογλώσσα των μεταμοντερνιστών οι Κριτικές Θεωρίεςείναι κατ’ ευφημισμόν κριτικές, και στην πραγματικότητα εφιαλτικές Κυνικές Θεωρίες.
Στην ταραχώδη σύγχρονη εποχή μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Στην παγκόσμια σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι σύγχυση και ανησυχία. Στην Οικονομία, στην Πολιτική, στην Κοινωνία, στην Φιλοσοφία, στην Τέχνη, ακόμα και στην Επιστήμη κυριαρχεί αβεβαιότητα. Η μετακίνηση των πληθυσμών, η απειλή συρράξεων, η ιδεολογική πόλωση και η τεχνολογία της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό χάους και αποπροσανατολισμού. Αν αυτή η τοποθέτηση γίνει δεκτή σαν μια υπόθεση εργασίας, το ερώτημα είναι: Γιατί;
Το πόνημα των Πλάκροουζ και Λίντσι δίνει μία εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση. Η αρχική παρατήρηση είναι ότι μετά τον Διαφωτισμό αναδύθηκε και επικράτησε αυτό που έχει ονομαστεί Κλασικός Φιλελευθερισμός. Μετά τις επαναστάσεις στην Γαλλία και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα ακολούθησε η βιομηχανική επανάσταση και η διαμόρφωση του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας. Το κοινωνικοπολιτικό φάσμα από τον συνετό συντηρητισμό μέχρι και τον «πρακτικό» σοσιαλισμό είχε αποδεχθεί (με μικρές παραλλαγές) τις βασικές αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ελευθερίας του λόγου, των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του σεβασμού των διαφορών ανάμεσα σε παραδόσεις και θρησκείες διαχωρίζοντάς τες από την εξουσία. Αυτές οι αξίες, περιληπτικά, χαρακτηρίζουν τον Κλασικό Φιλελευθερισμό. Δεν πρέπει να συγχέεται αυτός ο όρος με την σημερινή έννοια του Φιλελευθερισμού που είναι ένας καθαρά πολιτικός (σχεδόν «κομματικός») προσανατολισμός, με διαφορετική μάλιστα σημασία στην Ευρώπη και στην Αμερική.
Η έλευση του Μαρξισμού και η εγκατάσταση κομμουνιστικών καθεστώτων σε μεγάλο μέρος της υφηλίου διατάραξε την σταθερότητα του Κλασικού Φιλελευθερισμού, υιοθετώντας εν τούτοις αρκετές από τις αρχές της Νεωτερικότητας (ιδίως στην Επιστήμη και στην Τεχνολογία). Η λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων συγκλόνισε την όποια ισορροπία είχε επικρατήσει. Η απογοήτευση για την αποτυχία της Μαρξιστικής υπόσχεσης και η αμφιβολία για την κατεύθυνση του Μοντερνισμού ευνόησαν κατά την δεκαετία του 1960 την ανάπτυξη του φιλοσοφικού ρεύματος του Μεταμοντερνισμού των Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, και άλλων φιλοσόφων, κυρίως εκ Γαλλίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αρχή της σημερινής αποδόμησης.
Τι ακριβώς ήταν ο Μεταμοντερνισμός; Πολύ περιληπτικά, οι βασικές αρχές του ήσαν η απόρριψη της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης, του ορθολογισμού, και της ατομικότητας. Επομένως η γνώση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργείται ανάλογα με το επικρατούν πολιτισμικό αφήγημα. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινωνία απαρτίζεται από πλέγματα ισχύος και ιεραρχιών που υπαγορεύουν τι γνώση μπορεί να αποκτηθεί και με ποιο τρόπο επιτρέπεται ή είναι δυνατή η απόκτησή της. Η δε γλώσσα δεν αναγνωρίζεται σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν εργαλείο των «ισχυρών».
Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται περίπλοκη και στριφνή, η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού. Εναλλακτικά, αν όχι εξίσου στριφνά, το Δόγμα της Μετανεωτερικότητας διατυπώνεται και υπό την μορφή των εξής τεσσάρων ακρογωνιαίων λίθων: (1) κατάργηση των πάσης μορφής συνόρων (γεωγραφικών, λογικών, ιστορικών και γλωσσικών), (2) θεώρηση της γλώσσας όχι σαν μέσο επικοινωνίας, αλλά ως εργαλείο υπερίσχυσης, (3) αντικατάσταση του «ατομισμού» και της «οικουμενικότητας» με «ομάδες» και «πολιτιστικές» τάξεις, και (4) απόλυτη πολιτισμική σχετικότητα.
Αρχικά η δυσκολία του Μεταμοντερνισμού να «αγγίξει» τον μέσο άνθρωπο περιόρισε σημαντικά την εξάπλωσή του. Αν και γεννήθηκε στη Γαλλία, βρήκε κάποιο γόνιμο έδαφος στην Ιταλία σαν έκφραση ρεύματος στην Τέχνη, και στις Αγγλοσαξονικές χώρες και την Αμερική σαν «γραφική» μορφή φιλοσοφίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μετά από δύο-τρεις δεκαετίες «παρουσίας» θεωρήθηκε ότι το πέρασμά του εξαντλήθηκε. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασάφεια και η περίτεχνη μορφή του, αλλά, κυρίως, το ότι δεν προσδιόρισε κάποια συνταγή εφαρμογής στην πράξη. Παρέμεινε σαν διανοητική άσκηση στην σφαίρα της Θεωρίας και δεν είχε σχέδιο «εφαρμογής». Ευδοκίμησε κάπως στον τομέα της Τέχνης με την φιλοπαίγμονα ιδιότητα της ασάφειας και αμφισημίας.
Αυτή η αδυναμία της υλοποίησης των ιδεών του Μεταμοντερνισμού γεφυρώθηκε από τους θιασώτες του μέσω της Ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η ερμηνεία από τους Μεταμοντερνιστές της έννοιας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (με κεφαλαία αρχικά) διαφέρει από την συνήθη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή ήταν και είναι ευρέως κατανοητή. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Θεωρίας του Μεταμοντερνισμού με τον Εφαρμοσμένο Μεταμοντερνισμό που γεννήθηκε κατά την δεκαετία του 1990 και γιγαντώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγος της γιγάντωσης ήταν ότι μετέτρεψε την Θεωρία σε πρακτικό πρόγραμμα υλοποίησης.
Πριν «θεριέψει», το πρόγραμμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης προσεταιρίστηκε μία επιλογή από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα (όπως ο ρατσισμός, η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, κ.ά.) και άρχισε να οικοδομεί τις λεγόμενες Κριτικές Θεωρίες. Η πρώτη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την Κοινωνική Δικαιοσύνη αναπτύχθηκε με την διάδοση της Πολιτικής Ορθότητας. Αρχικά αυτή έμεινε περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους και αντιμετωπίστηκε άλλοτε με σκεπτικισμό ή ειρωνεία, αλλά συχνά και με συμπάθεια.
Διάφορες συγκυρίες στο παγκόσμιο σκηνικό (κατάρρευση του Σιδηρού Παραπετάσματος, άνοδος της Κίνας, εκρηκτική ανάπτυξη του Ισλαμισμού, μαζική μετανάστευση, λαϊκιστικά και ακροδεξιά καθεστώτα, η τεχνολογία του Διαδικτύου, κ.λπ.) βοήθησαν στο να εξαπλωθεί η πρόταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και να αποκρυσταλλωθεί μια σειρά προγραμμάτων παραλογισμού που έφεραν πραγματική αναστάτωση (μέχρι στιγμής κυρίως) στις Δυτικές κοινωνίες. Ο λόγος ήταν η εκμετάλλευση από τους θιασώτες της νέας Θεωρίας των ευκαιριών που προσέφεραν και του αποπροσανατολισμού που εισήγαγαν αυτές οι συγκυρίες. Συγκεκριμένα (και χονδρικά), όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζει το βιβλίο, τα προγράμματα αυτά διακρίνονται σε
(1) Θεωρία Μετααποικιακής Πρακτικής (ή αντίστροφης καταπίεσης),
(2) Queer Θεωρία, που περιλαμβάνει τα θέματα γένους, φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, κ.λπ. (ή απελευθέρωσης από την κανονικότητα),
(3) Κριτική Θεωρία Φυλής και Διαθεματικότητας (Intersectionality) (ή τελειώνοντας με τον ρατσισμό βλέποντάς τον παντού),
(4) Θεωρία Φεμινισμών και Σπουδές Φύλου (ή απλοποίησης και κατάργησης της γενετικής ταυτότητας),
(5) Σπουδές Αναπηρίας και Πάχους (ή Πολιτικής της Ταυτότητας), και
(6) Διανόηση και Σκέψη για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (ή δημιουργία «Υπουργείου της Αλήθειας» στην Εκπαίδευση και στην Πολιτική).
Όλη αυτή η άχαρη λίστα προγραμμάτων μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι αποτελείται από φύρδην μίγδην εννοιολογικά κατασκευάσματα. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για εκτενές και πλήρως συγκροτημένο πρόγραμμα υλοποίησης με κύριο στόχο την ενοχοποίηση των Λευκών Ετεροφυλόφιλων Ανδρών που «ευθύνονται» αποκλειστικά για την έλλειψη ή απουσία Κοινωνικής Δικαιοσύνης.
Να δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι ακριβώς πρεσβεύουν αυτές οι Κριτικές Θεωρίες και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για Κυνικές Θεωρίες, όπως ευρηματικά τις χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς.
Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB »» Ε Δ Ω »»
✿
[Στόχος του Κορονοϊού, η ματαίωση των παρελάσεων 25ης Μαρτίου ή το Γέλιο Σώζει·
11/03/2020 § Σχολιάστε
[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός -Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Με βασανιστήρια απέσπασαν την ομολογία μου
03/02/2020 § Σχολιάστε
–44.

O Vsevolod Meyerhold διαβάζοντας τον Γλάρο του Τσέχωφ, 1898
Ο Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ (1874 – 1940) ήταν σκηνοθέτης του θεάτρου, ηθοποιός και παιδαγωγός. Θεωρητικός του θεατρικού γκροτέσκο, δημιουργός του προγράμματος “Θεατρικός Οκτώβρης” και ιδρυτής της σχολής υποκριτικής που πήρε το όνομα “βιομηχανική”. Ανακηρύχθηκε Λαϊκός Καλλιτέχνης της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Σοβιετικής Δημοκρατίας το 1923. Ταυτόχρονα έγινε έρευνα στο διαμέρισμά του στην Μόσχα. Στο πρωτόκολλο της έρευνας καταγράφηκε το παράπονο της συζύγου του Ζιναΐντας Ράιχ για τις μεθόδους ενός πράκτορα της NKVD. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ράιχ δολοφονήθηκε από αγνώστους. Μετά από ανακρίσεις που κράτησαν τρεις εβδομάδες με βασανιστήρια ο Μέγιερχολντ υπέγραψε την ομολογία του στους ανακριτές. Οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε ήταν με βάση του περιβόητο άρθρο 58 του Ποινικού Κώδικα της Ρ.Σ.Ο.Σ.Δ. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ε.Σ.Σ.Δ. την 1η Φεβρουαρίου 1940 τον καταδίκασε σε θάνατο. Στις 2 Φεβρουαρίου η ποινή εκτελέστηκε. Το 1955 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ε.Σ.Σ.Δ αποκατέστησε τον Μέγιερχολντ μετά θάνατον.
Βσέβολοντ Μέγιερχολντ προς τον Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, πρόεδρο του Συμβουλίου Λαϊκών Κομισάριων της Ε.Σ.Σ.Δ.
2 Ιανουαρίου 1940
…Όταν οι ανακριτές, άρχισαν, με συνέπεια και συνέχεια, να χρησιμοποιούν τις βίαιες μεθόδους τους πάνω μου, συνεπικουρούμενοι από την επονομαζόμενη «ψυχολογική επίθεση», τότε και οι μεν και οι δε μου προκάλεσαν τέτοιο φρικτό τρόμο που η φύση μου απογυμνώθηκε εντελώς… Τα νεύρα μου, βρέθηκαν τεντωμένα σχεδόν κάτω από το δέρμα μου, ενώ η επιδερμίδα που αποδείχτηκε τόσο τρυφερή και ευαίσθητη, σαν μικρού παιδιού, τα μάτια μου αποδείχτηκαν ικανά (παρά τον ανυπόφορο για μένα φυσικό και ηθικό πόνο) να κλαίνε διαρκώς. Ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα, ανακάλυπτα την ικανότητα, να στριφογυρίζω, να μαζεύω και να απλώνω το σώμα μου, σαν σκυλί, το οποίο μαστιγώνει ο αφέντης του. Ο δεσμοφύλακας που με πήγε κάποτε σε μια τέτοια ανάκριση με ρώτησε: «Έχεις ελονοσία;». Το σώμα μου απλά είχε συνηθίσει στο τρέμουλο. Όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκα με την ιδέα ότι μετά από μια ώρα θα με ξαναπάρουν για ανάκριση, όταν η προηγούμενη είχε κρατήσει 18 ώρες, ξύπνησα ξαφνικά από τα βογγητά μου και από το γεγονός ότι έπεσα από το κρεβάτι, όπως κάνουν οι εκείνοι οι άρρωστοι που πεθαίνουν από delirium dremens.
Ο φόβος προκαλεί τρόμο και ο τρόμος σε αναγκάζει να αμυνθείς. «Ο θάνατος, ω, φυσικά! Ο θάνατος είναι κάτι πιο εύκολο από αυτό»– λέει ο κρατούμενος. Το είπα κι εγώ στον εαυτό μου κι άρχισα να μονολογώ με την ελπίδα ότι θα με οδηγήσουν στο ικρίωμα. Αυτό συνέβη, στην τελευταία σελίδα του ανακριτικού πορίσματος της «υπόθεσης» Νο 537 έγραψαν τους τρομακτικούς αριθμούς των άρθρων του ποινικού κώδικα: 58, παράγραφοι 1 και 2.
Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς! Γνωρίζετε τα μειονεκτήματά μου (θυμάστε που μου είπατε κάποτε: «Διαρκώς προσπαθείτε να είστε αυθεντικός!»;), είμαι άνθρωπος που γνωρίζει τα μειονεκτήματα του άλλου, τον γνωρίζει καλύτερα από εκείνον που θαυμάζει τα πλεονεκτήματά του. Πείτε μου: θα μπορούσατε να πιστέψετε ότι πρόδωσα την Πατρίδα (εχθρός του λαού), ότι είμαι κατάσκοπος, ότι είμαι μέλος δεξιάς τροτσκιστικής οργάνωσης, ότι είμαι αντεπαναστάτης, ότι εισήγαγα τον τροτσκισμό στην τέχνη, ότι στο θέατρο έκανα (συνειδητά) την δουλειά των εχθρών, για να υπονομεύσω τις βάσεις της σοβιετικής τέχνης;
Όλα αυτά φαίνονται στην υπόθεση Νο 537. Εκεί γράφει την λέξη “φορμαλιστής” (στον χώρο της τέχνης), η οποία έγινε συνώνυμη του «τροτσκιστή». Στην υπόθεση Νο 537 ως τροτσκιστές φέρονται οι: εγώ, ο Ιλιά Έρενμπουργκ, ο Μπορίς Παστερνάκ, ο Γιούρι Ολέσια (αυτός είναι επιπλέον και τρομοκράτης), ο Σοστακόβιτς, ο Σεμπάλιν, ο Οχλόπκοφ και άλλοι… Θα ολοκληρώσω την δήλωσή μου μετά από ένα δεκαήμερο, όταν θα μου δώσουν άλλη μια τέτοια σελίδα.
Συνέχεια της δήλωσης
13 Ιανουαρίου 1940, φυλακή Μπουτίρσκαγια
Στο γεγονός ότι δεν άντεξα, έχασα κάθε αυτοέλεγχο, βρισκόμενος σε κατάσταση θολωμένης, καταθλιπτικής συνείδησης, συνέβαλε ένα ακόμη τρομακτικό γεγονός: αμέσως μετά την σύλληψή μου (20.VI.1939), μου προκάλεσε τρομερή κατάθλιψη μια έμμονη ιδέα που είχα «πάει να πει, έτσι πρέπει». Η κυβέρνηση θεώρησε – άρχισε να λέω στον εαυτό μου για να τον πείσω,- ότι όλα εκείνα τα ανομήματα μου, στα οποία αναφέρθηκαν από το βήμα της 1ης Συνόδου του Ανωτάτου Σοβιέτ, δεν αρκεί η αναλογούσα ποινή (κλείσιμο του θεάτρου, διάλυση της θεατρικής ομάδας, η κατάσχεση του νέου θεάτρου στην πλ. Μαγιακόφσκι που χτίζεται με δικά μου σχέδια) και πως πρέπει να υποστώ άλλη μία ποινή, εκείνη την οποία επιμέρισαν σε εμένα τα όργανα της NKVD. «Πάει να πει, έτσι πρέπει»,- έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου και το «Εγώ»διαχωρίστηκε σε δύο πρόσωπα. Το πρώτο άρχισε να ψάχνει τα εγκλήματα του δεύτερο και όταν δεν τα έβρισκε, άρχιζε να τα επινοεί.
Ο ανακριτής αποδείχτηκε καλός, έμπειρος βοηθός σε αυτή την υπόθεση. Έτσι αρχίσαμε οι δυο μας να γράφουμε, συνεργαστήκαμε πολύ στενά. Όταν η φαντασία μου εξαντλήθηκε, οι ανακριτές εναλλάσσονταν (Βορόνιν + Ρόντος, Βορόνιν + Στσβάρτσμαν) και προετοίμαζαν τα πρακτικά (ορισμένα από αυτά τα έγραψαν και τα ξαναέγραψαν 3 και 4 φορές). Όταν από την πείνα (δεν μπορούσα να φάω τίποτα), από την αϋπνία (ήμουν άυπνος τρεις μήνες), τα καρδιακά προβλήματα τις νύχτες αλλά και τις κρίσεις υστερίας (έχυνα ποταμούς δακρύων, έτρεμα, όπως τρέμουν οι αλκοολικοί του τελευταίου σταδίου), μαράθηκα, άσπρισα, γέρασα για δέκα χρόνια, πράγμα που τρόμαξε τους ανακριτές κι έτσι άρχισαν να με φροντίζουν με επιμέλεια, όταν ήμουν στην «εσωτερική φυλακή» (εκεί έχουν καλό ιατρείο) και, επιπλέον, άρχισαν να με ταΐζουν καλά.
Αυτό όμως με βοήθησε μόνο επιφανεικά, τα νεύρα μου ήταν στην ίδια κατάσταση, ενώ η συνείδησή μου, εξακολουθούσε να είναι θολωμένη και καταθλιπτική, γιατί κρεμόταν από πάνω μου η Δαμόκλεια σπάθη: ο ανακριτής με απειλούσε διαρκώς: «Αν δεν γράψεις (δηλαδή αν δεν επινοήσεις!), θ’ αρχίσουμε να σε χτυπάμε ξανά, δεν θα πειράξουμε το κεφάλι και το δεξί σου χέρι, τα υπόλοιπα όμως θα τα κάνουμε ένα κομμάτι άμορφου, ματωμένου, κρέατος». Εγώ αναγκάστηκα να τα υπογράψω όλα πριν την 16η Νοεβμρίου 1939. Ανακαλώ την ομολογία μου, η οποία πάρθηκε με βασανιστήρια και σας ικετεύω, Εσάς, τον επικεφαλής της κυβέρνησής να με σώσετε και να μου δώσετε την ελευθερία μου. Αγαπώ την Πατρίδα μου και θα της δώσω όλες τις δυνάμεις των τελευταίων χρόνων της ζωής μου.
Βσέβολοντ Μέγιερχόλντ
Από το βιβλίο: Советская культура. 1989. 16 февр. Здесь текст приводится по изданию: История России. 1917-1940. Хрестоматия / Сост. В.А. Мазур и др.; под редакцией М.Е. Главацкого. – Челябинск, 1994. – С. 325-327.
*
[Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης –stepamag.com
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
