[τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες ·
14/06/2020 § Σχολιάστε
Fernando António Nogueira Pessoa (13.06.1888–30.11.1935)

ο Αγριμολόγος μπροστά στο Café A Brasiliera, στη Λισαβόνα, παρέα με τον Φ. Πεσσόα
❊
Να ταξιδεύεις; Για να ταξιδέψεις αρκεί να υπάρχεις. Πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό, στο τρένο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από δρόμους και πλατείες, πάνω από χειρονομίοες και πρόσωπα, πάντα τα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι τα τοπία.
Αν φανταστώ, βλέπω. Τι περισσότερο κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο η ακραία αδυναμία της φαντασίας δικαιολογεί το ότι πρέπει νβα μετακινούμαστε για να αισθανόμαστε.
«Οποιοσδήποτε δρόμος, ακόμη και ο δρόμος τους Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει ως το τέλος του κόσμου». Αλλά το τέλος του κόσμου, από τη στιγμή που ον κόσμος ολοκληρώθηκε κάνοντας το γύρο του, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ από το οποίο ξεκίνησες. Στην πραγματικότητα, το τέλος του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η αντίληψή μας για τον κόσμο. Και μέσα μας είναι που τα τοπία έχπυν τοπία. Γι’ αυτό, αν τα φανταστώ, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, είναι. Αν είναι, τα βλέπω όπως όλα. Για ποιο λόγο να ταξιδέψω; Στην Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, και στους δύο Πόλους, πού αλλού θα ήμουν παρά μόνο μέσα στον εαυτό μου, και στον τύπο και στο είδος των αισθήσεών μου;
Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε.
*
[Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, τόμος Β. Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Εξάντας.
❊
[Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει ·
13/06/2020 § Σχολιάστε
Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

❊
Ομίχλη
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
*
[από το H Μόνη Κληρονομιά, Kέδρος 1982 via snhell.gr
❊
[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός: Όταν το κόμμα αποφασίζει τι είδους μουσική πρέπει να ακούει ο λαός
12/06/2020 § Σχολιάστε
–48.

photo: stepamag.gr
❊
Ενημερωτικό σημείωμα του Τμήματος επιστήμης και κουλτούρας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε για «τον αρνητικό ρόλο στην υπόθεση της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης» της δυτικής χορευτικής και τραγουδιστικής μουσικής.
2 Αυγούστου 1954
Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Σ.Ε.
Το τελευταίο διάστημα στο Τμήμα επιστήμης και κουλτούρας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε άρχισαν να καταφτάνουν ενδείξεις αναφορικά με τη νέα εξαιρετικών διαστάσεων διάδοση στην καθημερινή ζωή της δυτικής τραγουδιστικής και χορευτικής μουσικής. Η τελευταία ακούγεται καθημερινά κατά την διάρκεια πολλών ωρών στις κατασκηνώσεις των πιονιέρων, στα σανατόρια, στους οίκους ανάπαυσης, στους θερινούς κήπους και πάρκα, στα τραίνα, στα γήπεδα κλπ, δηλαδή εκεί σε μέρη αναψυχής με μεγάλη συγκέντρωση του πληθυσμού.
Κύριος «εισαγωγέας» αυτής της αμερικανικής, αγγλικής και γερμανικής μαζικής μουσικής είναι ο μουσικός δίσκος.
Στα μέσα του προηγούμενου έτους με απόφαση του πρώην υπουργού πολιτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ συντρόφου Πονομαρένκο η χορευτική μουσική άρχισε να μεταδίδεται πιο πλατιά από το ραδιόφωνο, αυξήθηκε και η παραγωγή μουσικών δίσκων αυτού του είδους.
Παρόλα αυτά, εάν στο ραδιόφωνο οι εγγραφές σύγχρονης χορευτικής μουσικής στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μεταδίδονται σε συγκεκριμένη αναλογία (με τις εγγραφές σοβιετικής μουσικής, ελαφρά χορευτικής ρωσικής μουσικής), στα μέρη μαζικής αναψυχής, όπου ουσιαστικά απουσιάζει οποιοσδήποτε έλεγχος, οι «δυτικές» εγγραφές έγιναν βασικές στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις. Για άλλη μια φορά γνώρισαν μεγάλη διάδοση μεταξύ της νεολαίας, καθορίζοντας τις προτιμήσεις της, προκαλώντας μη υγιή αντίδραση όσον αφορά την απόκτηση ειδικά τέτοιων δίσκων, αυξημένο ενδιαφέρον για τις μουσικές εκπομπές των ξένων ραδιοσταθμών κλπ.
Όπως έδειξε η επιθεώρηση, οι εμπορικές οργανώσεις, λόγω των εμπορικών τους συμφερόντων, αξιοποιώντας το ενδιαφέρον αυτό, άρχισαν ενεργά να επιδρούν και στην αγορά δίσκων από τα εργοστάσια. Προς απόδειξη των ανωτέρω αρκεί να παραθέσουμε ορισμένα νούμερα. Εάν το Α’ τρίμηνο του 1953 τα εργοστάσια παρήγαγαν 1071 χιλιάδες δίσκους χορευτικής μουσικής, τότε στο Β’ τρίμηνο του ιδίου έτους παρήχθησαν 1695 χιλιάδες δίσκων αυτής της θεματολογίας. Αυτή η απότομη αύξηση παραγωγής δίσκων χορευτικής μουσικής – σε βάρος όλων των άλλων ειδών – σε κάποιο βαθμό μπορεί να γίνει ανεκτή. Παρόλα αυτά την προσοχή μας τραβάει ένα άλλο γεγονός: εάν το Α’ τρίμηνο του 1953 από το 1071 χιλιάδες δίσκων η δυτική μουσική αποτελούσα μόνο με 27 χιλιάδες δίσκους, τότε στο Δ’ τρίμηνο του ιδίου έτους ο αριθμός τους έφτασε τις 327 χιλιάδες, ενώ το Α’ τρίμηνο του 1954 τις 665 χιλιάδες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το 1954 η παραγωγή δυτικών δίσκων αποτελούσε περισσότερο από το 50% της συνολικής παραγωγής ελαφράς μουσικής.
Στα καταστήματα του λιανεμπορίου σε μεγάλες ποσότητες διατέθηκαν προς πώληση παλιές μετεγγραφές και εν μέρει νέες εγγραφές αμερικανικής, αγγλικής, γερμανικής χορευτικής μουσικής.
Τα τμήματα πώλησης δίσκων στα καταστήματα σχεδόν εξ ολοκλήρου «στράφηκαν» προς τις πωλήσεις αυτών ειδικά των δίσκων. Όπως δείχνει και η πρακτική, οι πωλητές των καταστημάτων αυτών είχαν άριστη γνώση αυτών των δίσκων, ενώ την ίδια στιγμή δεν γνωρίζουν τίποτα για τους υπόλοιπους, ενώ αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό κάθε άλλη «σοβαρή» μουσική, εκφράζοντας συχνά την γνώμη τους στους αγοραστές.
Όλα αυτά οδήγησαν στο ότι αυξήθηκε κατά 25 φορές (μέσα σε ένα χρόνο!) η παραγωγή δυτικής χορευτικής μουσικής και παρόλα αυτά δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ζήτηση που υπάρχει για δίσκους αυτού του είδους. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκαν πολλά συνεταιριστικά ραδιόφωνα, τα οποία άρχισαν να εκδίδουν με ημιπαράνομο τρόπο δίσκους αυτής της δυτικής χορευτικής μουσικής, αλλά και δίσκους των Λεσένκο, Βερτίνσκι κ.ά. γύρω από τα καταστήματα που πωλούν δίσκους, αλλά και στις λαϊκές αγορές, για παράδειγμα του Λένινγκραντ, του Λβοφ και άλλων πόλεων γνωρίζει ευρεία διάδοση το «κάτω από το τραπέζι» εμπόριο τέτοιων δίσκων.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι παρόμοια φαινόμενα μπορούν να διαδραματίσουν αρνητικό ρόλο στην υπόθεση της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των πλατιών μαζών και πριν απ’ όλα, της σοβιετικής νεολαίας, θεωρούμε αναγκαία:
- Να υποδείξουμε στο Υπουργείο Πολιτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ και στο Υπουργείο Εμπορίου της Ε.Σ.Σ.Δ την λανθασμένη πολιτική παραγωγής δίσκων ελαφράς μουσικής και να τους προτείνουμε να επανεξετάσουν το πρόγραμμα παραγωγής τους.
- Να προτείνουμε στη Γενική Διεύθυνση Λογοτεχνία (σύντροφο Ομελτσένκο) να ενισχύσει τον έλεγχο πάνω στην έκδοση δίσκων διαφόρων συνεταιριστικών οργανώσεων και άλλων παρόμοιων οργανισμών, που δεν έχουν το δικαίωμα έκδοσης δίσκων.
- Να προτείνουμε στο Υπουργείο Πολιτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ, στην Πανενωσιακή Κεντρική Ένωση Συνδικάτων, στην Κ.Ε. της Πανενωσιακής Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας, μέσα από τα όργανά τους κατά τόπους να ενισχύσουν τον έλεγχο για την μετάδοση δίσκων στους χώρους μαζικής αναψυχής (σανατόρια, αστικά πάρκα, παιδικούς σταθμούς κλπ).
- Να προτείνουμε στις εφημερίδες «Πράβντα» και «Σοβιέτσκαγια κουλτούρα» να δημοσιεύσουν άρθρα επί του συγκεκριμένου ζητήματος σε ένα από τα αμέσως προσεχή τους τεύχη.
Ο αναπληρωτής προϊστάμενος του Τμήματος επιστήμης και κουλτούρας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.
Π. Ταράσοφ
Ο προϊστάμενος του τμήματος
Μπορίς Γιαρουτσόφσκι
Απόφαση: «Ο Τ. Ταράσοφ παρακαλείται να αναφέρει προσωπικώς. Σολοφιόφ. 06/08.1954»
Σημειώσεις επί του εγγράφου: «Να δοθεί στο Τ. Ποσπέλοφ, Π.Ν. Μάλιν. 02/08/1954. «Να τεθεί στο αρχείο. Έγινε σύσκεψη με τον συν. Ποσπέλοφ. Α. Σολοφιόφ. 16/07/1954».
*
Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης –Περιοδικό Στέπα
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
❦
[το νόημα μίας τέχνης…
11/06/2020 § Σχολιάστε
Ο Μίλαν Κούντερα για τον Μαρσέλ Προυστ

❊
Η ετυμηγορία του Μαρσέλ Προυστ
Στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ο Προυστ δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος: «Στο βιβλίο αυτό[…] δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να μην είναι φανταστικό, […] δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο που να είναι υπαρκτό». Το μυθιστόρημα του Προυστ, όσο στενά κι αν συνδέεται με τη ζωή του δημιουργού του, βρίσκεται αμετάκλητα από την άλλη πλευρά της αυτοβιογραφίας· στο μυθιστόρημα αυτό δεν υπάρχει καμία αυτοβιογραφική πρόθεση· ο Προυστ δεν το έγραψε για να μιλήσει για τη ζωή του, αλλά για να φωτίσει στα μάτια των αναγνωστών τη δική τους ζωή: «… κάθε αναγνώστης, την ώρα που διαβάζει, είναι προπάντων αναγνώστης του εαυτού του. Το κάθε έργο είναι απλώς ένα είδος οπτικού οργάνου το οποίο προσφέρει ο συγγραφέας στον αναγνώστη, για να του επιτρέψει να διακρίνει επάνω του αυτό που ίσως δεν θα είχε δει χωρίς το βιβλίο. Όταν ο αναγνώστης αναγνωρίζει επάνω του αυτό που λέει το βιβλίο, έχουμε την απόδειξη για την αλήθεια του έργου…» Οι φράσεις αυτές δεν προσδιορίζουν απλώς το νόημα του μυθιστορήματος του Προυστ· προσδιορίζουν το νόημα της τέχνης του μυθιστορήματος εν γένει.
.
[απόσπασμα από: Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, εκδόσεις Εστία, μετ: Γιάννης Η. Χάρης
[Α’ δημοσίευση 23/7/2015
❊
.







