[φροντιστήρια; ποια φροντιστήρια ·
18/06/2020 § Σχολιάστε

❊
Από τους μεν και από τους δε, διαβάζει κανείς διάφορα για την σχολική εκπαίδευση, για έλλειψη κάποιων μαθημάτων ή και η πρόσθεση κάποιων άλλων κλπ., κλπ. και το μαλλιοτράβηγμα συνεχίζεται με αμείωτο… ενδιαφέρον. Κουβέντα όμως δεν ελέχθη από τους μεν αλλά και από τους δε (και από όλες τις υπόλοιπες παρατάξεις, μην τις αδικούμε), για την ύπαρξη δεκάδων χιλιάδων ή μάλλον, μερικών εκατοντάδων χιλιάδων φροντιστηρίων. Με την παντελή αυτή μη αναφορά από τους μέν αλλά και από τους δε, σημαίνει ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα τα πάει θαυμάσια, και δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούν σε αυτό το ασήμαντο ζήτημα. Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός, αφού είναι διάχυτη, στην ούσια της, η γενική σύμπνοια ό λ ω ν; (περιέργως, ούτε οι εκπαιδευτικοί και οι μαχητικές τους ομοσπονδίες μιλούν για τα φροντιστήρια. Μυστήριο -νες πα;)
[ανάρτηση στο fcbk 17.06.2020
❊
UPDATE ―fcbk 18.06.2020
Η παρουσία πληθώρας ι δ ι ω τ ι κ ώ ν φροντιστηρίων είναι η ζωντανή απόδειξη της ανεπάρκειας του δημόσιου σχολείου, που απολαμβάνουν διαχρονικα την αμέριστη στήριξη των εκάστοτε Υπουργών Παιδείας, του εκπαιδευτικού προσωπικού των… μαχητικών τους ομοσπονδιών, και όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων στη πράξη (κάποια στα λόγια… εναντιώνονται, για τη τιμή των όπλων bien sûr). Το υποκριτικότερο δε, άξιο καταγέλαστης Χλεύης, είναι ότι πολλά από αυτά τα κόμματα που στηρίζουν τα φροντιστήρια, τάσσονται… αγωνιστικά(my-ass) κατά της ίδρυσης Ιδιωτικών ΑΕΙ. Συνεχίστε, σας ακούμε ΟΛΟΥΣ π ρ ο σ ε κ τ ι κ ά.
❊
[με μέτριον βηματισμόν, χωρίς πηδήματα και θόρυβον ·
17/06/2020 § Σχολιάστε

❀
τα προηγούμενα [i] – [ii] – [iii] – [iv] – [v] – [vi] – [vii] – [viii]
Εντός της οικίας_2
– Πρέπει ν’ αναβαίνωμεν την κλίμακα με μέτριον βηματισμόν, χωρίς πηδήματα και θόρυβον. Βιαστική ανάβασις της κλίμακος, ιδιώς με ανοικτόν στόμα είνε πράγμα άσχημον, ακόμη δε και επιβλαβές εις την υγείαν. Επίσης άτοπον είνε να σύρωμεν τους πόδας. Τούτο και δυσάρεστων θόρυβον προξενεί και τα υποδήματα προώρως φθείρει.
– Περιττόν είνε να στηριζώμεθα εις το κιγκλίδωμα της κλίμακος και μάλιστα εφ’ όσον είμεθα νέοι και υγιείς.
– Κατά την ανάβασιν της κλίμακος αι κυρίαι πρέπει να σηκώνουν το φόρεμαν των τόσον, ώστε να μη εγγίζη την βαθμίδα. Μαρτυρούν μεγάλην αμέλειαν όσαι, διά ν’ αποφύγουν τον μικρόν αυτόν κόπον, καταστρέφουν προώρας τα ενδύματά των. Το δε χειρότερον είνε όταν το πρωί καταβαίνουν ασάρωτον κλίμακα και την σκουπίζουν με τα συρόμενα φορέματά των.
*
Συνεχίζεται
[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.
❀
[τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες ·
14/06/2020 § Σχολιάστε
Fernando António Nogueira Pessoa (13.06.1888–30.11.1935)

ο Αγριμολόγος μπροστά στο Café A Brasiliera, στη Λισαβόνα, παρέα με τον Φ. Πεσσόα
❊
Να ταξιδεύεις; Για να ταξιδέψεις αρκεί να υπάρχεις. Πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό, στο τρένο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από δρόμους και πλατείες, πάνω από χειρονομίοες και πρόσωπα, πάντα τα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι τα τοπία.
Αν φανταστώ, βλέπω. Τι περισσότερο κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο η ακραία αδυναμία της φαντασίας δικαιολογεί το ότι πρέπει νβα μετακινούμαστε για να αισθανόμαστε.
«Οποιοσδήποτε δρόμος, ακόμη και ο δρόμος τους Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει ως το τέλος του κόσμου». Αλλά το τέλος του κόσμου, από τη στιγμή που ον κόσμος ολοκληρώθηκε κάνοντας το γύρο του, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ από το οποίο ξεκίνησες. Στην πραγματικότητα, το τέλος του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η αντίληψή μας για τον κόσμο. Και μέσα μας είναι που τα τοπία έχπυν τοπία. Γι’ αυτό, αν τα φανταστώ, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, είναι. Αν είναι, τα βλέπω όπως όλα. Για ποιο λόγο να ταξιδέψω; Στην Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, και στους δύο Πόλους, πού αλλού θα ήμουν παρά μόνο μέσα στον εαυτό μου, και στον τύπο και στο είδος των αισθήσεών μου;
Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε.
*
[Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, τόμος Β. Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Εξάντας.
❊
[Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει ·
13/06/2020 § Σχολιάστε
Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

❊
Ομίχλη
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
*
[από το H Μόνη Κληρονομιά, Kέδρος 1982 via snhell.gr







