[άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης ·
18/05/2020 § Σχολιάστε
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Κέρκυρα 1872-1923.

[…]
Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
Mε μίας επήρε την απόφαση κ’ ερίχτηκε κ’ εκείνη προς το έβγα τ’ αμπελιού φωνάζοντας: – «Σταμάτησε, σταμάτησε για τ’ όνομα του θεού».
Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ’ άλογο κεντώντας το από πίσω, κ’ εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν’ αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K’ είπε του κύριού του: – «Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ’ άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν».
O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ’ εσκόνταψε. K’ έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: – «Σταμάτα, σταμάτα». Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ’ άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ’ η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ’ άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K’ έτρεχε, κ’ έτρεχε.
Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ’ επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ’ έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K’ η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ’ έβλεπε τ’ άλογο ν’ ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ’ άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ’ άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ’ επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ’ είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε. […]
*
[Απόσπασμα από τα Διηγήματα, Kορφιάτικες ιστορίες, Kείμενα 1982.
✻
[θέαση ·
17/05/2020 § Σχολιάστε

Φωτογραφία του ©Προβόπουλου, από το blog του, Actimon
✻
Η θέαση, ας πούμε, με την κλασική έννοια της ελληνικής αρχαιότητας, είναι ένα είδος αναγνώρισης των ανθρώπων (όντων) και των ιδεών τους. Αυτό που κάθε φορά αντικρίζουμε και ασυνείδητα/συνειδητά αξιολογούμε είναι μία πραγματικότητα που έχουμε «εκπαιδευτεί»· έχουμε μάθει να βλέπουμε -δεν βλέπουμε κατ’ ανάγκη την ίδια τη πραγματικότητα, αλλά αυτή που έχουμε μάθει, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, εξ ου και η έλλειψη απορίας εκείνου που, όσο παράλογη, όση ασχήμια και εάν αυτή η πραγματικότητα εκπέμπει ή εμπεριέχει, εφόσον λοιπόν έχουμε καταλλήλως «εξασκηθεί» ή γυμναστεί, αυτό που προκύπτει από τη θέαση θεωρείται κοινότοπο, φυσιολογικό, το έχουμε αποδεχθεί ή και το ανεχόμαστε. Δημιουργείται δηλαδή μία λογική η οποία γεμίζει τον υπαρκτό κόσμο και· ο εθισμός σε αυτήν δεν αφήνει πολλά περιθώρια να σκεφτούμε την πραγματικότητα ως ένα πεδίο απεριορίστων δυνατοτήτων, διότι η συγκεκριμένη λογική, σταδιακά, με το χρόνο, έχει περιορίσει τις δυνατότητές μας να ξεπεράσουμε τα όριά της.
Η διανοητική εργασία ή πράξη, διεξάγεται με τη γλώσσα. Ο ρόλος της είναι πρωταρχικός. Οι λογικοί κανόνες εκφέρονται μέσω συντακτικών κανόνων και οι πράξεις συμπίπτουν με αυτούς. Δεν νοείται η ιδέα ενός πράγματος ή μίας πράξης ανεξάρτητα από τη λέξη που το/την εκφράζει.
Ένα σημαντικό μέρος της συμπεριφοράς μας προσδιορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το επικοινωνιακό μήνυμα ή σηματοδότηση. Άμεσα, τις δράσεις μας με την πληροφορία που μας καλεί να πάρουμε θέση, και έμμεσα, το μήνυμα αυτό ρυθμίζει τη συγκεκριμένη μας πράξη -αποτέλεσμα συσσωρευμένου όγκου πληροφοριών και συνήθειας. Δεν είμαι ειδικός αλλά, κάπως έτσι προσδιορίζουμε την έννοια της Επικοινωνίας, δηλαδή η μετάδοση της πληροφορίας στους δέκτες, ώστε οι δέκτες να την κατανοήσουν. Να διευκρινίσω ότι η επικοινωνία δεν γίνεται μόνο με τη γλώσσα, αλλά και με άπειρους εικαστικούς ή άλλους τρόπους.
Σταματώ εδώ, δεν έχει νόημα. Θα μπορούσε να αραδιάσω μερικές εκατοντάδες λέξεις ακόμα, ίσως το συνεχίσω ιδιωτικά.
Τα παραπάνω τα γράφω με αφορμή το συντακτικό λάθος/ατόπημα σε πανό των εκπαιδευτικών μας (λινκ) και για να αποσαφηνίσω τι ακριβώς ήθελα να πω με τη λιγόλογη ανάρτησή μου στο facebook (14.05.2020), όπου γράφω:
«δεν ξέρω αν ένα ορθογραφικό λάθος είναι πρωτεύον ζήτημα, διότι και η επιφάνεια (ας πούμε πανό) χρειάζεται το σεβασμό της, επίσης η επιμέλεια της γραφής επάνω στην επιφάνεια θέλει φροντίδα. Όλα, τα πάντα, όσα βλέπουμε γύρω μας, ο περιβάλλων χώρος, διαπαιδαγωγούν, οικοδομούν την αίσθηση καλαισθησίας του ευρύτερου κοινού γούστου. Σημαντικά όλα αυτά για την πρόοδο κάθε κοινωνίας. Αισθητική = ηθική = πολιτισμός.«
✻
[υποτονικό ·
16/05/2020 § Σχολιάστε
Αυθαιρεσία XXXΧI

✻
Ξηρασία. Εσωτερική. Εγκατάλειψη σε θάλασσα λεπτομερειών, η μοχθηρία κι η αδιαφορία της καρδιάς. Σαν ν’ αποκοιμήθηκε, λένε, η παλιά (παν)άξια ανθρωπότητα. Αυτά και άλλα αδιάφορα σκεφτόταν, καθώς έπλενε προσεκτικά τα πιάτα του βραδινού του -υποχρέωση απαραβίαστη το να αφήνει τα πάντα καθαρά και στη θέση τους πριν πέσει για ύπνο, πράγμα που έρχεται, να μας διδάξει ότι -εδώ και πάλι η σκέψη του σαλπάρει γι’ αλλού- για τις νεαρές ψυχές, για τις οποίες, κάποιες τέτοιες ασήμαντες εκκρεμότητες, θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα καταγέλαστες, και η υποχρέωση κενό γράμμα. Βλακείες. Και δεν είναι άνθρωπος που σκέφτεται και ξεστομίζει βλακείες, και σκέφτηκε -εδώ και πάλι η σκέψη του σαλπάρει γι’ αλλού- το μικρό του δωμάτιο που χρησιμεύει για γραφείο και ως καθιστικό, εκεί όπου κατάφερε να τοποθετήσει ένα διθέσιο καναπέ, μία φιλόξενη αναπαυτική καρέκλα κι απέναντι μια τηλεόραση που σπανίως άνοιγε. Οι τοίχοι είναι επενδυμένοι με βιβλία· κι ανάμεσά τους έμπαινε το φως του παραθύρου· εκεί τον περίμενε υπομονετικά το γραφείο. Το μέτριο αυτό περιβάλλον άνεσης συμπλήρωνε ένα· με υποτονικά χρώματα, ξεθωριασμένο χαλί. Στις ανάκατες σημειώσεις του πάνω στο γραφείο αχνοφαίνονταν, οι πιθανότητες των
μελλοντικών του διαφοροποιήσεων.
*
όλες οι «αυθαιρεσίες»
✻
[Ας προσέχωμεν λαμβάνοντες τα φαγητά να μη ρυπαίνωμεν το τραπεζομάνδηλον ·
15/05/2020 § Σχολιάστε

❀
τα προηγούμενα [i] – [ii] – [iii] – [iv]
Τα γεύματα-2
– Είναι ατοπώτατον ν’ απλώνη ο τρώγων τα ιδικά του μαχαιροπήρουνα εις το προσφερόμενον φαγητόν, καθώς και εις το άλας και εις τα λoιπά σαλατικά· μεταχειριζόμεθα προς τούτο τα ωρισμένα μαχαιροπήρουνα, τα οποία θέτομεν πάλιν εις την θέσιν των.
– Εάν επιθυμούμεν το έν ή το άλλο φαγητόν, εκφράζομεν την επιθυμίαν μας, και ευχαριστούμεν συντόμως και ευγενώς δι’ εκάστην υπηρεσίαν.
– Ας προσέχωμεν λαμβάνοντες τα φαγητά να μη ρυπαίνωμεν το τραπεζομάνδηλον, τα ενδύματά μας και τους παρακαθήμενους.
– Εκ των προσφερομένων φαγητών δεν αρμόζει να εκλέγωμεν· λαμβάνομεν δέ εις το πινάκιον ημείς με μέτρον. Εις τα γεύματα επιτρέπεται να μη παίρνωμεν από όλα τα προσφερόμενα φαγητά, αλλ’ όσον πάρωμεν δεν αρμόζει να το αφίνωμεν ατελείωτον εις το πινάκιόν μας.
*
Συνεχίζεται
[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.







