[Περί Εκτρώσεων: χ€στήκαμ€ν κι η βάρκα γ€ρν€ι για ό,τι λ€ι η Μ€γάλη Κ€ρδοφόρα €πιχ€ίρηση ·

05/02/2020 § Σχολιάστε

Ζητήματα Ελευθερίας: Η Ιερά Σύνοδος πήρε, λ έ ε ι, επίσημα θέση
για το θέμα των εκτρώσεων και θεωρεί (λέει) την εκουσία έκτρωση ως φόνο (λέει) και δεν την αποδέχεται.

Λοιπόν χ€στήκαμεν κι η βάρκα γ€ρν€ι
Μας ανακοίνωσε η γνωστή Μεγάλη Κερδοφόρα Επιχείρηση προχθές:
«Η Ιερά Σύνοδος λαβούσα υπ’ όψη της τα εσχάτως ανακύψαντα επί του θέματος των εκτρώσεων και βασιζομένη επί της αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού εκφράζει την θεολογικήν αυτής θέσιν περί του εμβρύου ως πλήρους και ακεραίου ανθρώπου από της στιγμής της συλλήψεώς του γι’ αυτό και θεωρεί την εκουσία έκτρωση ως φόνο και δεν την αποδέχεται.«

Και πάλι Χ€στήκαμεν.

***

Διαβάστε: >>>Τα Άπαντα της Μεγάλης Επιχείρησης >>>

 

[Ένα βιβλίο στο κομοδίνο ·

04/02/2020 § Σχολιάστε

Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος,
μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé, Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 504


του Στράτου Φουντούλη

Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ αναπαύεται τον τελευταίο καιρό μονίμως στο κομοδίνο μου. Ίσως φταίνε οι καιροί όπου πολλά διαψεύστηκαν και συνεχίζουν να διαψεύδονται. Οι άλλοτε κραταιοί ιδεολογικοί μύθοι κατέρρευσαν μαζί με τα όνειρα πολλών από εμάς. Κάποτε, στη νιότη, κουβαλάγαμε τον ενθουσιασμό και τη βεβαιότητα του αλάθητου μιας θεωρίας και πράξης υποταγμένη σε μια αμείλικτη, επιβαλλόμενη όπως αποδείχτηκε ―και όχι μόνο από τον Καμύ― «ιστορικότητα». Ίσως γιατί από το πόνημα αυτό αναδύονται επίμονα σκέψεις και ψίθυροι αμφισβητήσεων μέσω ενός εργάτη της γραφής μιας απαράμιλλης ευγένειας. Στην ομιλία του κατά την απονομή Νόμπελ το 1957 αναφέρει: «Η ευγένεια του επαγγέλματός μας θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δυο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις: την άρνηση να πει ψέματα για κάτι που γνωρίζει και την αντίσταση στην καταπίεση» και το μάτι τρεμοπαίζει στις σελίδες όπου συναντά κανείς σκέψεις αυτονόητα (;) πια· επίκαιρες: «Το εργατικό κίνημα έζησε μέχρι σήμερα βασισμένο πάνω στη βεβαιότητα μιας επανάστασης, που τα γεγονότα δεν έπαψαν να διαψεύδουν και που είναι καιρός πλέον να καταγγείλουμε ήρεμα το ψέμα της». Πόσοι από εμάς 2-3 δεκαετίες μετά τα λεγόμενα του Καμύ ξοδέψαμε νιάτα ιδρώτα αγωνία· κυρίως, πολύτιμο χρόνο, για να μάθουμε στο τέλος κάτι το οποίο ενδόμυχα υποψιαζόμασταν και να γυρίσουμε οδυνηρά πίσω στη δεκαετία του ’50 και των συμπερασμάτων του Καμύ ότι «Κάθε επαναστάτης γίνεται τελικά καταπιεστής ή αιρετικός». Σε όλο το βιβλίο ο συγγραφέας μιλά με τρυφερότητα απέναντι στην ανθρώπινη ζωή, το ίδιο κάνει όταν αναφέρεται στους αναρχικούς μιας ουτοπίας που πλήρωσαν με τη ζωή τους στέλνοντας το μήνυμα-υπόσχεση μιας αιώνιας αξίας· ταυτόχρονα, μιλά με περιφρόνηση για τις υποσχέσεις περί ενός μελλοντικού «παραδείσου»· μας προσφέρει γλαφυρά τον αποτροπιασμό του για τους κατηχητές του που επιβάλλουν την υποταγή της ατομικής ζωής του καθενός, στο όνομα μιας αυθαίρετης «ιστορικής αναγκαιότητας». Περνά από κόσκινο ―καταγγέλλοντας― τους διάφορους Νετσάγιεφ· τον επιφανή μπολσεβίκο και ίνδαλμα του Λένιν, Πιοτρ Τκάσεφ, για την πρότασή του να εξοντωθούν όλοι οι άνω των 25 ετών Ρώσοι που δεν δύνανται να δεχτούν τις «νέες ιδέες» του Κόμματος.

Ο Καμύ αναλύει τους τρεις τελευταίους αιώνες κυρίως, την επανάσταση και την εξέγερση του ανθρώπου. Καυτηριάζει Χίτλερ και Μουσολίνι, όπου ο πρώτος υπογράμμιζε: «όταν η φυλή διατρέχει τον κίνδυνο της καταπίεσης… τότε το θέμα της νομιμότητας παίζει δεύτερο ρόλο», και ο δεύτερος: «τίποτα εκτός Κράτους, ενάντια στο Κράτος. Όλα στο Κράτος, για το Κράτος, μέσα στο Κράτος» […] «Όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις κατέληξαν στην ενίσχυση του Κράτους. Το 1789 φέρνει τον Ναπολέοντα, το 1848 τον Ναπολέοντα Γ’, το 1917 τον Στάλιν, οι ιταλικές ταραχές του 1920 τον Μουσολίνι, η δημοκρατία της Βαϊμάρης τον Χίτλερ»  Η ανθρώπινη τυφλή εμπιστοσύνη και η εγκατάλειψη προς ένα ουτοπικό πολλά υποσχόμενο μέλλον μετατρέπει πολύτιμες ανθρώπινες ζωές σε άβουλα πιόνια. Ας δούμε τώρα ένα οδυνηρό συμπέρασμα στη σ. 339, που δεν έχει χάσει την αξία του: «Αλλά τα θύματα δεν θα είναι πια εδώ για να κρίνουν. Για το θύμα, το παρόν είναι η μόνη αξία, η εξέγερση η μόνη δράση. Για να υπάρχει μεσσιανισμός, πρέπει να διαμορφωθεί ενάντια στα θύματα. Πιθανόν να μην το ήθελε ο Μαρξ, εδώ όμως βρίσκεται η ευθύνη του που πρέπει να εξεταστεί ότι δικαιώνει, στο όνομα της επανάστασης, την αιματηρή από δω και πέρα πάλη ενάντια σε όλες τις μορφές εξέγερσης».

Το αυτονόητο σήμερα δεν ήταν αυτονόητο στη δεκαετία του ’50. Ο Καμύ με το βιβλίο του αυτό έζησε την απομόνωση. Ένα κοινό κείμενο των Μερλώ-Ποντύ και Σαρτρ το 1950 που εξυμνούσε τα σταλινικά στρατόπεδα διότι θεωρούσαν τη Σοβιετική Ένωση προστάτη του διεθνούς προλεταριάτου και όποιος τα κατάγγελλε τασσόταν αυτομάτως στο πλευρό των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων του καπιταλισμού και άλλα παρόμοια κείμενα, η ζωντανή πραγματικότητα τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Κανείς δεν τα διαβάζει πλέον στα σοβαρά.

Αντιθέτως τα κείμενα του «αφελή» Αλμπέρ Καμύ στέκουν σήμερα φωτεινός φάρος ελευθερίας κι ανθρωπισμού. Δικαιωμένα. Επίκαιρα.

*

© Στράτος Φουντούλης 

[Α’ δημοσίευση στο «Εντευκτήριο» 18.10.2015

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός -Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Με βασανιστήρια απέσπασαν την ομολογία μου

03/02/2020 § Σχολιάστε

–44.

O Vsevolod Meyerhold διαβάζοντας τον Γλάρο του Τσέχωφ, 1898

Ο Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ (1874 – 1940) ήταν σκηνοθέτης του θεάτρου, ηθοποιός και παιδαγωγός. Θεωρητικός του θεατρικού γκροτέσκο, δημιουργός του προγράμματος “Θεατρικός Οκτώβρης” και ιδρυτής της σχολής υποκριτικής που πήρε το όνομα “βιομηχανική”. Ανακηρύχθηκε Λαϊκός Καλλιτέχνης της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Σοβιετικής Δημοκρατίας το 1923. Ταυτόχρονα έγινε έρευνα στο διαμέρισμά του στην Μόσχα. Στο πρωτόκολλο της έρευνας καταγράφηκε το παράπονο της συζύγου του Ζιναΐντας Ράιχ για τις μεθόδους ενός πράκτορα της NKVD. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ράιχ δολοφονήθηκε από αγνώστους. Μετά από ανακρίσεις που κράτησαν τρεις εβδομάδες με βασανιστήρια ο Μέγιερχολντ υπέγραψε την ομολογία του στους ανακριτές. Οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε ήταν με βάση του περιβόητο άρθρο 58 του Ποινικού Κώδικα της Ρ.Σ.Ο.Σ.Δ. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ε.Σ.Σ.Δ. την 1η Φεβρουαρίου 1940 τον καταδίκασε σε θάνατο. Στις 2 Φεβρουαρίου η ποινή εκτελέστηκε. Το 1955 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ε.Σ.Σ.Δ αποκατέστησε τον Μέγιερχολντ μετά θάνατον.

Βσέβολοντ Μέγιερχολντ προς τον Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, πρόεδρο του Συμβουλίου Λαϊκών Κομισάριων της Ε.Σ.Σ.Δ.

2 Ιανουαρίου 1940

…Όταν οι ανακριτές, άρχισαν, με συνέπεια και συνέχεια, να χρησιμοποιούν τις βίαιες μεθόδους τους πάνω μου, συνεπικουρούμενοι από την επονομαζόμενη «ψυχολογική επίθεση», τότε και οι μεν και οι δε μου προκάλεσαν τέτοιο φρικτό τρόμο που η φύση μου απογυμνώθηκε εντελώς… Τα νεύρα μου, βρέθηκαν τεντωμένα σχεδόν κάτω από το δέρμα μου, ενώ η επιδερμίδα που αποδείχτηκε τόσο τρυφερή και ευαίσθητη, σαν μικρού παιδιού, τα μάτια μου αποδείχτηκαν ικανά (παρά τον ανυπόφορο για μένα φυσικό και ηθικό πόνο) να κλαίνε διαρκώς. Ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα, ανακάλυπτα την ικανότητα, να στριφογυρίζω, να μαζεύω και να απλώνω το σώμα μου, σαν σκυλί, το οποίο μαστιγώνει ο αφέντης του. Ο δεσμοφύλακας που με πήγε κάποτε σε μια τέτοια ανάκριση με ρώτησε: «Έχεις ελονοσία;». Το σώμα μου απλά είχε συνηθίσει στο τρέμουλο. Όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκα με την ιδέα ότι μετά από μια ώρα θα με ξαναπάρουν για ανάκριση, όταν η προηγούμενη είχε κρατήσει 18 ώρες, ξύπνησα ξαφνικά από τα βογγητά μου και από το γεγονός ότι έπεσα από το κρεβάτι, όπως κάνουν οι εκείνοι οι άρρωστοι που πεθαίνουν από delirium dremens.

Ο φόβος προκαλεί τρόμο και ο τρόμος σε αναγκάζει να αμυνθείς. «Ο θάνατος, ω, φυσικά! Ο θάνατος είναι κάτι πιο εύκολο από αυτό»– λέει ο κρατούμενος. Το είπα κι εγώ στον εαυτό μου κι άρχισα να μονολογώ με την ελπίδα ότι θα με οδηγήσουν στο ικρίωμα. Αυτό συνέβη, στην τελευταία σελίδα του ανακριτικού πορίσματος της «υπόθεσης» Νο 537 έγραψαν τους τρομακτικούς αριθμούς των άρθρων του ποινικού κώδικα: 58, παράγραφοι 1 και 2.

Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς! Γνωρίζετε τα μειονεκτήματά μου (θυμάστε που μου είπατε κάποτε: «Διαρκώς προσπαθείτε να είστε αυθεντικός!»;), είμαι άνθρωπος που γνωρίζει τα μειονεκτήματα του άλλου, τον γνωρίζει καλύτερα από εκείνον που θαυμάζει τα πλεονεκτήματά του. Πείτε μου: θα μπορούσατε να πιστέψετε ότι πρόδωσα την Πατρίδα (εχθρός του λαού), ότι είμαι κατάσκοπος, ότι είμαι μέλος δεξιάς τροτσκιστικής οργάνωσης, ότι είμαι αντεπαναστάτης, ότι εισήγαγα τον τροτσκισμό στην τέχνη, ότι στο θέατρο έκανα (συνειδητά) την δουλειά των εχθρών, για να υπονομεύσω τις βάσεις της σοβιετικής τέχνης;

Όλα αυτά φαίνονται στην υπόθεση Νο 537. Εκεί γράφει την λέξη “φορμαλιστής” (στον χώρο της τέχνης), η οποία έγινε συνώνυμη του «τροτσκιστή». Στην υπόθεση Νο 537 ως τροτσκιστές φέρονται οι: εγώ, ο Ιλιά Έρενμπουργκ, ο Μπορίς Παστερνάκ, ο Γιούρι Ολέσια (αυτός είναι επιπλέον και τρομοκράτης), ο Σοστακόβιτς, ο Σεμπάλιν, ο Οχλόπκοφ και άλλοι… Θα ολοκληρώσω την δήλωσή μου μετά από ένα δεκαήμερο, όταν θα μου δώσουν άλλη μια τέτοια σελίδα.

Συνέχεια της δήλωσης

13 Ιανουαρίου 1940, φυλακή Μπουτίρσκαγια

Στο γεγονός ότι δεν άντεξα, έχασα κάθε αυτοέλεγχο, βρισκόμενος σε κατάσταση θολωμένης, καταθλιπτικής συνείδησης, συνέβαλε ένα ακόμη τρομακτικό γεγονός: αμέσως μετά την σύλληψή μου (20.VI.1939), μου προκάλεσε τρομερή κατάθλιψη μια έμμονη ιδέα που είχα «πάει να πει, έτσι πρέπει». Η κυβέρνηση θεώρησε – άρχισε να λέω στον εαυτό μου για να τον πείσω,- ότι όλα εκείνα τα ανομήματα μου, στα οποία αναφέρθηκαν από το βήμα της 1ης Συνόδου του Ανωτάτου Σοβιέτ, δεν αρκεί η αναλογούσα ποινή (κλείσιμο του θεάτρου, διάλυση της θεατρικής ομάδας, η κατάσχεση του νέου θεάτρου στην πλ. Μαγιακόφσκι που χτίζεται με δικά μου σχέδια) και πως πρέπει να υποστώ άλλη μία ποινή, εκείνη την οποία επιμέρισαν σε εμένα τα όργανα της NKVD. «Πάει να πει, έτσι πρέπει»,- έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου και το «Εγώ»διαχωρίστηκε σε δύο πρόσωπα. Το πρώτο άρχισε να ψάχνει τα εγκλήματα του δεύτερο και όταν δεν τα έβρισκε, άρχιζε να τα επινοεί.

Ο ανακριτής αποδείχτηκε καλός, έμπειρος βοηθός σε αυτή την υπόθεση. Έτσι αρχίσαμε οι δυο μας να γράφουμε, συνεργαστήκαμε πολύ στενά. Όταν η φαντασία μου εξαντλήθηκε, οι ανακριτές εναλλάσσονταν (Βορόνιν + Ρόντος, Βορόνιν + Στσβάρτσμαν) και προετοίμαζαν τα πρακτικά (ορισμένα από αυτά τα έγραψαν και τα ξαναέγραψαν 3 και 4 φορές). Όταν από την πείνα (δεν μπορούσα να φάω τίποτα), από την αϋπνία (ήμουν άυπνος τρεις μήνες), τα καρδιακά προβλήματα τις νύχτες αλλά και τις κρίσεις υστερίας (έχυνα ποταμούς δακρύων, έτρεμα, όπως τρέμουν οι αλκοολικοί του τελευταίου σταδίου), μαράθηκα, άσπρισα, γέρασα για δέκα χρόνια, πράγμα που τρόμαξε τους ανακριτές κι έτσι άρχισαν να με φροντίζουν με επιμέλεια, όταν ήμουν στην «εσωτερική φυλακή» (εκεί έχουν καλό ιατρείο) και, επιπλέον, άρχισαν να με ταΐζουν καλά.

Αυτό όμως με βοήθησε μόνο επιφανεικά, τα νεύρα μου ήταν στην ίδια κατάσταση, ενώ η συνείδησή μου, εξακολουθούσε να είναι θολωμένη και καταθλιπτική, γιατί κρεμόταν από πάνω μου η Δαμόκλεια σπάθη: ο ανακριτής με απειλούσε διαρκώς: «Αν δεν γράψεις (δηλαδή αν δεν επινοήσεις!), θ’ αρχίσουμε να σε χτυπάμε ξανά, δεν θα πειράξουμε το κεφάλι και το δεξί σου χέρι, τα υπόλοιπα όμως θα τα κάνουμε ένα κομμάτι άμορφου, ματωμένου, κρέατος». Εγώ αναγκάστηκα να τα υπογράψω όλα πριν την 16η Νοεβμρίου 1939. Ανακαλώ την ομολογία μου, η οποία πάρθηκε με βασανιστήρια και σας ικετεύω, Εσάς, τον επικεφαλής της κυβέρνησής να με σώσετε και να μου δώσετε την ελευθερία μου. Αγαπώ την Πατρίδα μου και θα της δώσω όλες τις δυνάμεις των τελευταίων χρόνων της ζωής μου.

Βσέβολοντ Μέγιερχόλντ

Από το βιβλίο: Советская культура. 1989. 16 февр. Здесь текст приводится по изданию: История России. 1917-1940. Хрестоматия / Сост. В.А. Мазур и др.; под редакцией М.Е. Главацкого. – Челябинск, 1994. – С. 325-327.

*

[Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης –stepamag.com

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[James Joyce, born: February 2, 1882 ·

02/02/2020 § Σχολιάστε

Born: February 2, 1882, Rathgar, Ireland
Died: January 13, 1941, Zürich, Switzerland

An excerpt from James Joyce’s monumental work Ulysses…

…He looked at the cattle, blurred in silver heat. Silvered powerdered olivetrees. Quiet long days: pruning ripening. Olives are packed in jars, eh? I have a few left from Andrews. Molly spitting them out. Knows the taste of them now. Oranges in tissue paper packed in crates. Citrons too. Wonder is poor Citron still alive in Saint Kevin’s parade. And Mastiansky with the old cither. Pleasant evenings we had then. Molly in Citron’s basketchair. Nice to hold, cool waxen fruit, hold in the hand, lift it to the nostrils and smell the perfujme. Like that, heavy, fetched high prices too Moisel told me. Arbutus place: Pleasants street: pleasant old times. Must be without a flaw, he said. coming all that way: Spain, Gibraltar, Mediterranean, the Levant. Crates lined up on the quayside af Jaffa, chap ticking them off in a book, navvies handling them in soiled dungarees. There’s whatdoyoucallhim out of. How do you? Doesn’t see. Chap you know just to salute bit of a bore. His back is like that Norwegian captain’s. Wonder if I’ll meet him today. Watering cart. To provoke the rain. On earth as it is in heaven.

A cloud began to cover the sun wholly slowly wholly. Grey. Far.

No, not like that. A barren land, bare waste. Vulcanic lake, the dead sea: no fish, weedless, sunk deep in the earth. No wind would lift those waves, grey metal, poisonous foggy waters. Brimstone they called it raining down: the cities of the plain: Sodom, Gomorrah, Edom. All dead names. A dead sea in a a dead land, grey and old. Old now. It bore the oldest, the first race. A bent hag crossed from Cassidy’s clutching a noggin bottle by the neck. The oldest people. Wandered far away over all the earth, captivity to captivity, multiplying, dying, being born everywhere. It lay there now. Now it could bear no more.

Dead: an old woman’s: the grey sunken cunt of the world.

Desolation.

Grey horror seared his flesh. Folding the page into his pocket he turned into Eccles Street, hurrying homeward. Cold oils slid along his veins, chilling his blood: age crusting him with a salt cloak. Well, I am here now. Morning mouth bad images. Got up wrong side of the bed. Must begin again those Sandow’s exercise. On the hands down. Blotchy brown brick houses. Number eightly still unlet. Why is that? Valuation is only twenty-eight. Towers, Battersby, North, MacArthur: parlour windows plastered with bills. Plasters on a sore eye. To smell the gently smoke of tea, fume of the pan, sizzling butter. Be near her ample bedwarmed flesh. yes, yes.

Quick warm sunlight came running from Berkely road, swiftly, in slim sandals, along the brightening footpath. Runs, she runs to meet me, a girl with gold hair on the wind.

Two letters and a card lay on the hallfloor. He stopped and gathered them. Mrs Marion Bloom. His quick heart slowed at once. Bold hand. Mrs Marion.

–Poldy!

Entering the bedroom he halfclosed his eyes and walked through warm yellow twilight towards her tousled head…

  • 20 years blogging -official banner

  • agrimologos.com
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα, δείτε φωτογραφίες
  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Προστεθείτε στους 145 εγγεγραμμένους.
  • staxtes2003.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα

  • —