[Έργα και ημέραι·
01/02/2019 § Σχολιάστε
Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)

Ωστόσο κανείς δέ μάντευε ακόμα το τέλος —ήταν θυμάμαι σούρουπο, ώρα που υπόσχεται τον Θεό και προοιωνίζει τον δήμιο, εξ άλλου με βασάνιζε και το αίνιγμα της γεννήσεώς μου, θέλω να πω ότι οι γονείς μου ήταν θνητοί ενώ εγώ είχα άλλες βλέψεις κι η υδρορροή σαν ένα κομμένο λαρύγγι τραγουδούσε το φθινόπωρο ή ποιός δεν έκαψε τα χέρια του μες στη φωτιά του κόσμου ετούτου— αλλά θ’ αναρωτηθεί κανείς γιατί κοιμόμουν αγκαλιά μ’ αυτόν τον τηλεφωνικό κατάλογο που πρόδιδε τις αρχές μου, ε, ήταν κι αυτό μια υπόσχεση για λιγότερη μοναξιά, ένα λάφυρο απ’ την αιώνια ανωνυμία — ώσπου ξημέρωνε κι ερχόταν ένας καινούργιος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό.
[Συλλογή 1983: Ο τυφλός με τον λύχνο/Δάφνες για νικημένους]

[μα δεν βρίσκει τίποτα·
24/01/2019 § Σχολιάστε
Μανώλης Αναγνωστάκης:
Θα ‘ρθει μια μέρα

Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε –θυμήσου– ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
–ξεχνώ πάνω σε τι– κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του
Η θλιβερή «φιλία» των Ελλήνων δημοσιογράφων με την Εξουσία
07/01/2019 § Σχολιάστε
Μια παλιά, νοσηρή ιστορία που επιπλέον θεωρείται φυσιολογική

η εικόνα είναι παραλλαγή αντίστοιχης αμερικανικής με τίτλο: «You write what you’re told»

Ουδέποτε κατάλαβα, γιατί ορισμένοι δημοσιογράφοι κομπάζουν επειδή γνωρίζονται με πολιτικούς. Το γεγονός θα έπρεπε να αποκρύπτεται. Αυτό τους εξασφαλίζει μεν πηγές, αλλά τους καθιστά επίσης ύποπτους για συναλλαγή και νοθεία. Δεδομένου ότι πολιτικοί και δημοσιογράφοι στην Ελλάδα είναι είδος ανθρώπου επιρρεπές στο χρηματισμό και την εξαγορά.
Τι πηγές ειναι αυτές άλλωστε; Οι πολιτικοί μέσω των φίλιων μέσων περνάνε πάντα την εκδοχή της είδησης που τους συμφέρει. Ή μαχαιρώνουν συντρόφους. Αυτό δεν είναι πηγή, αλλά οχετός.
Οι μόνες καθαρές πηγές του δημοσιογράφου βρίσκονται, συνήθως, απέναντι από την Εξουσία. Ή είναι προϊόν προσωπικής και αχρωμάτιστης έρευνας. Πού να τρέχουμε όμως…
Όταν βλέπω στα εστιατόρια πολιτικούς και δημοσιογράφους να ανθυποσουρώνουν σαν φιλαράκια για να διοχετευτεί ένα απόρρητο υπουργικό έγγραφο, μια υποκλοπή ή κάτι σχετικό, καταλαβαίνω πόσο δίκαιη είναι η αηδία του κόσμου για τους μεν και για τους δε.
Μερικοί λένε, ότι αυτό είναι νέο φαινόμενο. Δεν συμφωνώ.
Ανέκαθεν, η καθεστωτική δημοσιογραφία ψωνίζει κύρος, ειδήσεις και χαρτζηλίκι από την πίσω πόρτα της Βουλής. Από την Ελένη Βλάχου στο παλάτι, μέχρι τους προτεζέ του Λαμπράκη που εχρίζοντο υπουργοί εν μιά νυκτί.
Στην Ελευθεροτυπία (και φαντάζομαι κι αλλού― η μόνη άλλη εφημερίδα που δούλεψα ήταν ή ανεπίληπτη «Αυγή» του Χρυσοστομίδη και του Μανόλη Αναγνωστάκη), υπήρχε μια ολοφάνερη, διατρανωμένη διαπλοκή, που θεωρείτο και απόδειξη πόσο σημαντική είναι η εφημερίδα!
Υπουργοί ελεγχόμενης ηθικής βάφτιζαν τα παιδιά των διευθυντών, τα βράδια διασκέδαζαν όλοι μαζί στα μπουζούκια, οι μεν πήγαιναν στα σπίτια των δε, ένα τηλεφώνημα αρκούσε για να «περάσουν» ό,τι θέλουν ― μια χαμερπής παρτούζα, που καλυπτόταν από το ανυπόστατο σλόγκαν «Στηρίζουμε την αλλαγή, ελέγχουμε την εξουσία».
Έτσι ήταν όλοι. Με αστικό facade οι μεν, με πασοκική αναίδεια οι δε.
Κι έτσι είναι ακόμη σήμερα. Οι σχέσεις των δημοσιογράφων με την Εξουσία εξακολουθούν να πλέουν σε μια γκρίζα ζώνη αναξιοπρέπειας, οικειότητας και εντέλει συνδιαλαγής. Αυτό δεν συμβαίνει, εξ όσων ξέρω, σε καμμία δημοκρατική χώρα του κόσμου.

©Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στη Lifo
Πρωτοδημοσιεύτηκε 13.01.2018 και ανανεώθηκε στις 30.12.2018

[Σκήψις, μία ασήμαντη αρχαία πόλη
31/12/2018 § Σχολιάστε

Στράβων – Γεωγραφικά 10

Σκήψις
Αρχαία Μικρασιατική πόλη στην περιοχή της Μυσίας. «Κτισθείσα υπό των Τρώων απωκίσθη κατά τους Ιστορικούς χρόνους υπό των Μιλησίων, οι οποίοι επεξέτειναν τα όριά της και την ωχύρωσαν.»
«Εκ της Σκήψεως» έχουν την κατάγωγή τους επιφανείς στοχαστές, όπως οι σωκρατικοί: Έραστος, Κυρίσκος και Νηλεύς. Ο τελευταίος δε, κληρονόμισε, όπως λέγεται, τις βιβλιοθήκες του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, ο οποίος με τη σειρά του, τις δώρησε στους συμπολίτες του. Όμως οι Σκήψιοι «αγνοοούντες τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχον τα πολύτιμα συγγράμματα, αποτιθέμενα εις υγράς και ανήλιους κρύπτας και φοβούμενοι τους Περγαμηνούς, κατέκρυψαν αυτά εις υπόγεια, όπου διαβρωθέντα υπό σκωλήκων, εκινδύνευσαν να απολεσθούν.»
Το ζήτημα έγινε ευτυχώς εγκαίρως αντιληπτό· και οι βιβλιοθήκες μετακομίστηκαν στην πόλη των Αθηνών, και μετά την άλωση της πόλης από τον Σύλλα, μεταφερθήκαν στην Ρώμη.
Κάπως έτσι σώθηκαν τα κυριότερα συγγράμματα του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου.
Χάρη σε μία μικρή, σχετικά ασήμαντη μικρασιατική πόλη ονόματι Σκήψις, και σε μία μικρή ομάδα σοφών ανθρώπων της εποχής, οφείλουμε τη διάσωση των πολύτιμων αυτών συγγραμμάτων.
Έψαξα παντού, ούτε σε μία λεωφόρο, σε μία οδό, έστω σε ένα δρομάκι της Ελληνικής επικράτειας, δεν δόθηκε το όνομα της πόλης της Σκήψεως.
Η πόλη της Σκήψεως δεν διέθετε τη λάμψη της Περγάμου, των Αθηνών ή της Ρώμης…
Η μοίρα των ασήμαντων της Ιστορίας.

Καλή Χρονιά!








