Ο Ευάγγελος των δημοσίων υπαλλήλων
01/06/2012 § Σχολιάστε
Δήλωση Ευάγγελου Βενιζέλου στο προεδρείο της ΑΔΕΔΥ: «πάντα αγωνιστήκαμε να μην υπάρχει πάνω από τα κεφάλια των δημοσίων υπαλλήλων η απειλή της απόλυσης και της μείωσης συγκεκριμένου αριθμού χωρίς αυτό να προκύπτει μέσα από μια σοβαρή μελέτη και από μια ανάγκη αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών»
Διευκρίνιση: Μάλλον δεν πρόκειται για το ίδιο πολιτικό πρόσωπο που υπέγραψε την απόλυση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων πριν μερικούς μήνες, όπως δεν πρέπει είναι ο ίδιος πολιτικός ανήρ που συμμετείχε σε διαδοχικές κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ των αθρόων δε, πλην «διαφανών» μεν, εκατοντάδων χιλιάδων πρασινοκίνητων διορισμών δημοσίων υπαλλήλων.
Δεν πρόκειται για τον ίδιο Ευάγγελο. Άλλωστε, το πολιτικό του εκτόπισμα και ήθος δεν θα του το επέτρεπε. Θα έπρεπε δε, οι ψηφοφόροι να λάβουν σοβαρά υπόψη την πατρική του συμβουλή να «ψηφίσουν υπεύθυνα»…
Με άλλα λόγια η υπεύθυνη ψήφος μας, δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον κύριο Ευάγγελο, άλλωστε –φως φανάρι– δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Επομένως, δεν ψηφίζουμε ΠΑΣΟΚ, το είπε ο ίδιος ο κύριος Ευάγγελος: «ψηφίστε υπεύθυνα».
Του έχω εμπιστοσύνη.
.
.
Η Φαουστίνα των κυμάτων
28/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Φαουστίνα των κυμάτων
Του Γιάννη Τριάντη

[Αρχές του 2001: Δεκαεπτά άνθρωποι πάλευαν δώδεκα μερόνυχτα με τα κύματα, για να φτάσουν με μια παλιόβαρκα από τον Άγιο Δομήνικο στο Πουέρτο Ρίκο. Στην αρχή χάλασε η πυξίδα, μετά άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες σε βενζίνη, τρόφιμα και νερό. Η Φαουστίνα Μερσέντες, ετών 31, έσωσε τους συνεπιβάτες της με το μητρικό της γάλα: Έπειτα από 288 μαρτυρικές ώρες στη θάλασσα, οι επίδοξοι μετανάστες είδαν επιτέλους στεριά. μόνο που δεν ήταν το Πουέρτο Ρίκο. «τα ρεύματα τους είχαν παρασύρει πίσω στον Άγιο Δομήνικο…»]
Τέτοια διαβάζεις και τυλίγεσαι στην «εύφορη σιγή» της συγκινήσεως… Κρυφά σκουπίζεις τα μάτια και βγαίνεις στο δρόμο για να πεις την ιστορία της Φαουστίνας στους περαστικούς. Της Δομινικανής που έδινε μεσοπέλαγα το γάλα της στους δεκάξι ντεσπεράντος, οι οποίοι πάσχιζαν να ζήσουν ανάμεσα στα κύματα της Καραϊβικής, φρυγμένοι, βουλιαγμένοι στη μοίρα τους, απελπισμένοι…
Σταγόνα σταγόνα το γάλα της, λεχώνα-τροφός, άγγελος, γεννήτωρ για δεύτερη φορά, ρότα ζωής στο πουθενά, η Φαουστίνα των κυμάτων. Η αδερφή της, συνεπιβάτης στη σκουριασμένη βάρκα της ελπίδας, μεταλάβαινε τελευταία τις σταλιές της ζωής, το γάλα της αδερφής της. Και κρατούσε μια σταγόνα στο στόμα της για να την επιστρέψει στο στόμα της Φαουστίνας. Ένα φιλί ζωής, αντίδωρο, μια σταλίτσα γάλα, μαργαριτάρι που επέστρεφε στο κέλυφός του…
Άργότερα, στο μπαλκόνι της Καραϊβικής, η Φαουστίνα κρατούσε σφιχτά την κόρη της στην αγκαλιά της, κοίταζε αμίλητη τη θάλασσα κι έλεγε στο παιδί της παραμύθια και τραγούδια της στιγμής, πότε δακρύζοντας, πότε χαμογελώντας. Η Φαουστίνα των κυμάτων…
***
[από το βιβλίο του Γιάννη Τριάντη «Ούτε Τύμπανα, Ούτε Τρομπέτες», εκδόσεις Ίκαρος, 2005]
Photo©Rick Loomis / Los Angeles Times
απλά πράγματα
26/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο απλά πράγματα

Τα πράγματα στον Tlön αναπαράγονται· έχουν επίσης την τάση να σβήνονται ή να χάνουν τις λεπτομέρειές τους όταν οι άνθρωποι τα ξεχνούν. Κλασικό παράδειγμα με το κατώφλι που υπήρχε μόνο όσο καιρό καθόταν εκεί ένας ζητιάνος, κι εξαφανίστηκε όταν ο ζητιάνος πέθανε.
[Χ.Λ.Μπόρχες, Ficciones, μτφρ. Α.Κυριακίδης]
.
Στις πεντέμισι. Κάθε πρωί με το σκυλάκι, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα έντεκα τον συνόδευε ένα μαυριδερό γαλλικό μπουλντόγκ που πέθανε από προστάτη. Συνεχίζει έως σήμερα τις βόλτες του με το δεύτερο, επίσης γαλλικό, λευκό αυτή τη φορά μπουλντόγκ που έχει ακόμα τέσσερα-πέντε χρόνια ζωής πριν τον αποχαιρετήσει κι αυτό λόγω προστάτη. Όπως μου εξήγησε τις προάλλες καθώς συζητούσαμε ένα απόγευμα, τα περισσότερα αυτής της ράτσας πεθαίνουν πρόωρα· γύρω στα δέκα, το πολύ έντεκα χρόνων, από την ίδια αρρώστια –Αν συνεχίσω να ζω αφού πεθάνει κι αυτό, θα υιοθετήσω άλλο της ίδιας ράτσας, θα είναι το πέμπτο που θα μου προσφέρει πιστά κι ανιδιοτελώς τη συντροφιά του, είπε χαμογελώντας. Τα βήματα του Pierre -το βλέπω· έχουν βαρύνει, όμως, συνεχίζει να σηκώνει τη μαγκούρα χαιρετώντας με όταν με βλέπει από μακριά. Όταν συναντιόμαστε, το σκυλάκι του τελευταία, με υποδέχεται με λιγότερη σπιρτάδα· ενήλικας πια, διακρίνει κανείς μια σοβαρότητα, μια αδιόρατη θλίψη στα γλυκά μαύρα του μάτια.
.
μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο
24/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο
Анна Ахматова / Άννα Αχμάτοβα

Анна Ахматова, 1924
Όχι, δεν ζήτησα τον ξένο ουρανό,
ούτε φτερούγας ξένης προστασία –
ήμουν με τον λαό μου τότε εδώ
όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία
[1961]
***
эпилог/ Επίλογος
Ι
Έμαθα πως τα πρόσωπα σουρώνουν, πως κρυφοκοιτάζει
ο τρόμος κάτω απ’ τα χαμηλωμένα βλέφαρα και πως
με τη σφηνοειδή γραφή της πά στα μάγουλα χαράζει
η οδύνη τις τραχιές, σκληρές σελίδες της στο λίγο φως,
πως ξάφνου οι βόστρυχοι, τεφροί και μαύροι εκεί στο μέτωπό μου,
γυρνάν από τη μια στιγμή στην άλλη στο ασήμι,
μαραίνεται στα χείλη, τα πειθήνια το χαμόγελό μου
κι ο φόβος μεσ’ απ’ το στεγνό γελάκι μου κρυφαντηχεί.
Και δεν προσεύχομαι για μένα μοναχά,
μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο,
στη κάψα του Ιουλίου και μες στην παγωνιά,
κάτω απ’ τον κόκκινο, τον τυφλωμένο τοίχο.
***
Άννα Αχμάτοβα. από το «Ρέκβιεμ», εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου
.
.







