[μιάς όψης σκυθρωπής πανάθλιος σκλάβος και ιπποκόμος·
09/09/2017 § Σχολιάστε
Francisco de Quevedo (1580-1645)
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής


ΤΟ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΙΚΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΦΥΛΑΚΗ
ΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΨΥΧΗ
Τη βούληση του ανθρώπου ελεύθερη τη λέμε, μα όμως
πώς μιά ψυχή να λογισθεί έτσι αιώνια ελεύθερη, όταν
σε μια ματιά του σκότους έτρεχε ή φυλακιζόταν,
αρκεί εκεί να την έβγαζε χρυσών μαλλιώνε δρόμος;
Ο νους, πλασμένος μ’ ευγενή ελευθερία, ευνόμως
των ηγεμονευόντων όλων ηγεμών γεννιόταν·
πλην ποιός να φανταστεί πως κάποια μέρα θα γινόταν
μιάς όψης σκυθρωπής πανάθλιος σκλάβος και ιπποκόμος;
Το γέλιο και τα μάτια και τα χέρια της, αχ, είτε
μου δέσαν την καρδιά είτε μου στομώσαν τις αισθήσεις –
δεινώς από το κάλλος της ο νους μου λεηλατείται.
Παρηγοριές στους στεναγμούς μου δεν βοηθούν· κι επίσης
η νίκη της στα λάφυρα, που πήρε, δεν αρκείται.
Την ανοικτίρμονη ομορφιά της π ώ ς ναν τη νικήσεις;!
[«ντοντ κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα και Κάτω Πετράλωνα»·
04/09/2017 § Σχολιάστε
Οι Χήρες του Ανδρέα Περόν
του Βασίλη Λαλιώτη

Το Τότε, αχ το Τότε μόνιμος αναστεναγμός
η χιλιοστή επανάληψη μιας χειρονομίας προδοσίας
στη σκάλα του αεροπλάνου που επέτρεψε
ν’ ανέβουνε κι αυτές σ’ ένα μπαλκόνι ονείρου
και να κραυγάσουνε κι αυτές «ντοντ κράι φορ μι»
«ντοντ κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα και Κάτω Πετράλωνα»
γερνώντας δίπλα στο χώμα ενός άντρα με συνδιαλέξεις
καθημερινές αλυσίδες κάτι γιων που δεν επέστρεψαν
σε χάος ερώτων που όλο φέρνουν στην κατάθλιψη
«πουτάνα» υποτονθορίζοντας την ερωμένη του
με κάτι αποκόμματα εφημερίδας που σαπίζουν
α, Εκείνος, Εκείνος, έπρεπε να ‘μουνα εγώ και θα
Δεν τις γνωρίζει η ιστορία κι αγνοεί τον πόνο τους
μόνο ένα κλάμα με τα κρεμμυδάκια ξεφλουδίζοντας
των επετείων. Κι όμως κι αυτές γέμισαν τη ζωή τους
σημαία πλαστική με την ψυχή τους άνεμο στις συγκεντρώσεις
κι ένιωσαν την κοιλιά τους να σκιρτάει όπως στη γέννα
ενός έρωτα ανέλπιδου που μοιάζει πια να της θερίζει
χήρες ενός μεγάλου Εραστή η ασήμαντη ζωή τους
παιγμένες για μια ψήφο και για μια ευμενή μετάθεση
κρατάνε τώρα σε βαφεία και κομμωτήρια κάτι ακόμα
να το δώσουνε σ’ Εκείνον που έδωσε ένα βλέμμα στη ζωή τους
κι έτσι υπήρξαν όχι του χωματένιου πια μεσήλικα
που τους γυρίζει κάθε βράδυ πλάτη, μα Εκείνου
και συνεχίζουν την ανάγνωση του ευπώλητου
κι όσοι μονάχα ξέρουν τις ακούν τα βράδια
να κατεβαίνουν σε μια σκάλα αεροπλάνου
και να φωνάζουν λόγια του εφιάλτη της ζωής τους μάταιου
«κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα, κράι φορ μι Κάτω Πετράλωνα.»
*
[Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, και ὅποιους ἄλλους θέλω·
03/08/2017 § Σχολιάστε
Γεώργιος Σουρής (1853-1919)
Στον καφενέ ἀπ᾿ ἔξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τις ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
και στῶν ἐφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφῶ.
Σε μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
το ἄλλο σε μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω το καπέλο, και ἀρχινῶ με τόνο
τους ὑπουργούς να βρίζω και την πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανός ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγώ κατεμπνευσμένος για ὅλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, και ὅποιους ἄλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ἴδιον ἑαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τον νοῦν στον Διάκο και εἰς τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδῶ,
τον Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τον βρίσκω,
κι ἀπάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Την φίλη μας Εὐρώπη με πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπῶ…
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τα ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω να τις πῶ.
Στον καφετζῆ ξεσπάω… φωτιά κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος… δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.
[οι καθαγιασμένοι από το Παράλογο·
15/07/2017 § Σχολιάστε
Ω, αγάπη μου, η δόξα των έργων που χάθηκαν και που δεν θα βρεθούν ποτέ, των συνθηκών που σήμερα δεν είναι παρά απλοί τίτλοι, των βιβλιοθηκών που κάηκαν, των αγαλμάτων που έγιναν κομμάτια.
Καθαγιασμένοι από το Παράλογο είναι οι καλλιτέχνες που έκαψαν ένα έργο πολύ ωραίο, αυτοί που, ενώ μπορούσαν να κάνουν ένα έργο ωραίο, το έκαναν εκ προθέσεως ατελές, αυτοί οι μείζονες ποιητές της Σιωπής που, αν και αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσαν να κάνουν ένα έργο τέλειο ως προς όλα, προτίμησαν να το στέψουν με το στέφανο της μη πραγματοποίησης. (Αν το έργο είναι ατελές, όλα καλά.)
Πόσο πιο ωραία θα ήταν η Τζοκόντα αν δεν μπορούσαμε να τη δούμε! Κι αν κάποιος την έκλεβε και την έκαιγε, τι καλλιτέχνης θα ήταν, πόσο μεγαλύτερος από αυτόν που τη ζωγράφισε!
Γιατί είναι ωραία η τέχνη; Γιατί είναι άχρηστη. Γιατί είναι άσχημη η ζωή; Γιατί όλο στόχους, σχέδια και προθέσεις. Όλοι οι δρόμοι της είναι για να πηγαίνεις από ένα σημείο στο άλλο. Μακάρι να υπήρχε ένα δρόμος που να οδηγεί από ένα μέρος απ’ όπου κανείς δεν φεύγει προς ένα μέρος στο οποίο κανείς δεν πηγαίνει! Μακάρι να υπήρχε κάποιος που θα έδινε και τη ζωή του για να κατασκευάσει ένα δρόμο ο οποίος θα άρχιζε στο μέσο ενός αγρού και θα κατέληγε στο μέσο ενός άλλου αγρού. Ο δρόμος αυτός αν συνεχιζόταν θα ήταν χρήσιμος, αλλά έμεινε, υπέροχα, μόνο το μισό του δρόμου.
Η ομορφιά των ερειπίων; Ότι πια δεν χρησιμεύουν σε τίποτα.
Η γλυκύτητα του παρελθόντος; Ότι το θυμόμαστε, γιατί με το να θυμόμαστε ξαναγίνεται παρόν, ενώ δεν είναι και ούτε μπορεί να είναι – το παράλογο, αγάπη μου, το παράλογο.
[Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, τόμος Β’, μτφρ: Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Εξάντας]

