[«Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;»

12/06/2017 § Σχολιάστε

Χρύσα Φάντη, Της Μισέλ

Πίσω σας το βουνό. Αριστερά το ποτάμι. Πιο πέρα; Ο βούρκος;
Βούρλα, σάπιοι πάσσαλοι, σπασμένα κλαδιά και βρύα. Πού αγναντεύατε όταν η Σ. έχωνε τα ποδαράκια της στον κουβά; Με τόση βροχή ο ορίζοντας δεν μπορεί παρά να ήταν κλειστός. Άρα εσείς λόφο δεν είδατε. Έφταιγε ο δρόμος που ήτανε δύσβατος; Με τη νεροποντή που είχε προηγηθεί ο κακοτράχαλος δρόμος δεν μπορεί παρά να είχε μετατραπεί σε ποτάμι. Το αμάξι με τόση λάσπη δε θα τα κατάφερνε. Ο αγοραίος σάς άφησε στο χωριό. Στο έλεος των χαμινιών που σας είχαν περικυκλώσει. Προχωρήσατε με τα ποδαράκια.
Λασπόλακκοι που θα αποδεικνύονταν απειλή μεγαλύτερη από το σκοτάδι και τα μαντρόσκυλα, κοτρόνες και πουρναρόρριζα, αγκωνάρια και βράχια. Στοιχηματίζω πως τα αδέσποτα όταν δεν γαύγιζαν, γαντζώνονταν πάνω σας.
Είπες κι εσύ ό,τι είπε τότε η μανούλα σου; Μον ντιε, κελ ντελίζ;…

Το δείλι η άμμος ήταν κόκκινη, ο ορίζοντας κόκκινος, όλος ο ατελείωτος κάμπος ήτανε κόκκινος· μόνο το απόκρημνο αβαείο που ήταν σφηνωμένο εκεί κάτω, μακριά από τη στεριά, παρέμενε σχεδόν μαύρο μέσα στην πορφύρα της μέρας που ψυχορραγούσε. *
Και; Τον είδε τελικά η Μισέλ τον παραμυθένιο της πύργο; Πώς; Όπως κι εκείνος ο άλλος; Ο συνονόματός της άγιος από το συνονόματό του βουνό; Σαν μια γκρίζα σκιά υψωμένη προς τον νεφελώδη ουρανό; Μια φανταστική αγρέπαυλη; Ένα εξαίσιο ο-νειρεμένο παλάτι;**
Μυρωδιά εντομοκτόνου, βρώμα άταφου ψοφιμιού. Οι άνθρωποι γύρω σας σκόρπιοι. Τι μπορεί μια κυρία σαν και του λόγου της να κοιτούσε; Τι μπορεί τάχα να ορεγόταν; Αρχοντικά στο μέσον του πουθενά; Ανθρώπους ακατέργαστους και ολίγον μπρουτάλ; Ξένη που απεχθανόταν ξένους, σακίδια, οχλαγωγίες. Κι επειδή απεχθανόταν κι επειδή ορεγόταν, βιαζόταν.
Στο ύψος του αρχοντικού η Μισέλ θα πρέπει να είδε το πλήθος να συσπειρώνεται.
-Είδε και τα κεριά που σχημάτιζαν εκείνο το φωτεινό ορόσημο; Τις φλόγες που έμοιαζε να μετρούν τα χρόνια της Κατερίνας πάνω σ’ εκείνη την τούρτα;
Κτισμένα παράθυρα, φρακαρισμένοι φεγγίτες. Ζωγραφιστά τζαμωτά, μαρμάρινα στρογγυλά μπαλκονάκια και καρατομημένοι ερωτιδείς, γύψινες μισογκρεμισμένες γιρλάντες. Από πότε η μανούλα σου το είχε βάλει στο μάτι; Κι εκείνα τα μαντρόσκυλα; Και τ’ αδέσποτα; Κι οι χωριάταροι; Κι η μαύρη μαυρίλα; Δεν την πτοούσαν;
Αναρτημένο στο φράχτη, εσύ πρώτη πρόσεξες το σχέδιο ενός κρεβατιού. Μπιεν βενί στην πανσιόν του Ορφέα. Ποιου Ορφέα; Ένα κρεβάτι, μαχαίρι και πιρούνι
σταυρωτά σαν παρωδία ξιφομαχίας. Η ταμπελίτσα από τσίγκο φτηνιάρικο κρεμασμένη κάτω από τον παλιό, μαρμάρινο θυρεό.
-Κι η Σ.;
-Η Σ. ένα μέτρο απόσταση από την παροπλισμένη φορτήγα του άλλου.
Στην αυλή η ανθρώπινη σπείρα γίνεται φίδι. Η Μισέλ κοντοστέκεται. Μπακάλης και χωροφύλαξ παρόντες. Ο πρώτος ρωτάει: «Κι ου άντρας ου κουμουνίσταρος; Πού τουν άφις κυρά Μισέλ;»
«Από πού είστι μαντάμ;» ρώτησε και ο άλλος.
-Δεν την ήξερε; Ο τύπος με το πηλίκιο ήταν ξενομερίτης;
Ω, η γλυκιά μητερούλα σου! Αυτά παθαίνει κανείς όταν ορέγεται σαπισμένα ντουβάρια. Εσείς, δυο θηλυκά με μπατζάκια. Η Σ. κρυμμένη πίσω από το φορτηγό. Ένα μέτρο απόσταση, όχι παραπάνω. Στα δεξιά της, ο καβάλος της εξουσίας. Αριστερά της τα βρακωμένα κανιά σας.
Αναμφίβολα λέω σας μύρισε. Είδε και τη κολλημένη σβουνιά κάτω από τα τριζάτα σκαρπίνια σας; Σας είδε να χάνεστε – κεφάλι, πλάτη, λαγόνες- καθώς ανεβαίνατε τα σκαλιά. Σας ακολούθησε; Στο τελευταίο σκαλί η Μισέλ παραπάτησε.
«Είστι καλά;» Η Ουρανία έτρεξε να της φέρει νερό.
Ήταν οι γυναίκες που στηθοκοπιόντουσαν; Τα Ερεσώτικα ιιιιιιι και τσιιιιι; Οι τσιρίδες; Το πολύωρο ταξίδι. Αυτό την κούρασε, αποφάνθηκε ο άλλος.
Μιλούσατε όμορφα, ήσασταν ντυμένες αλλιώς.
Γι αυτό εκείνος κεκέδιζε; Κι η γλώσσα του μπουρδουκλωνόταν; Γι’ αυτό κοκάλωνε και κοψομεσιαζόταν, κι οι πατσάδες του κρέμονταν σαν ξεφουσκωμένη σαμπρέλα; Κι έλεγε και ξανάλεγε για συμβόλαια… και «πα ντε σουσί Μισέλ, όλα θα γίνουν;» Κι ύστερα όλη εκείνη η φιέστα…; Τα δωμάτια έτοιμα, έτοιμες κι οι κανάτες με το νερό. Κι η Ουρανία να τρέχει να ανοίγει παράθυρα και να αλλάζει σεντόνια.
Αχ τα παλιά οικόσημα, αχ κι αυτά τα αγάλματα στη στέγη και τα μπαλκόνια. Κανονισμένα. Όλα κανονισμένα. Μετά την κηδεία θα έμπαιναν οι υπογραφές. Η ανατολική πτέρυγα κι ένα μέρος από τα χωράφια της μάνας μου, τέρμα. Θα περνούσαν στην κατοχή της δικής σου αντί πινακίου φακής. Τι φακής; Στην ανάγκη και φάβας. Αρκεί να την έβαζε ο άλλος την τζίφρα. Με τόσα χρέη; Σίγουρα θα την έβαζε.

Βράδυ προχωρημένο.
-Ναι;
-Ναι.
-Σκοτάδι;
-Πίσσα. Η Μισέλ έχει πετάξει παπούτσια και τσάντα στο πάτωμα, έχει βγάλει τα ρούχα της κι έχει πέσει στο κρεβάτι με την κιλότα. Η Σ. την κοιτά μέσα από την τρύπα της κλειδωνιάς.
-Τι διακρίνει μεσ’ απ’ την μαύρη τρύπα;
-Η Σ. ανοίγει την πόρτα, τρία βήματα στα τυφλά, σκουντουφλάει. «Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;» Τρία βήματα στα τυφλά, χώνει τα δαχτυλάκια της κάτω από το σεντόνι.
Με το ξημέρωμα η Μισέλ τη βλέπει να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού.
-Καταλαβαίνει ότι λίγα λεπτά πριν η μικρή την ψαχούλευε; Ιδροκοπώντας την έψαχνε, κοπιωδώς της καρίκωνε μια μια τις τρυπούλες;
-Η Μισέλ γέρνει το στήθος μπροστά.
-Μπροστά;
-Ναι. Προς το μέρος της Σ.
-Αναρωτιέται αν το παιδί στα πόδια της είναι το ίδιο που είχε δει μέσα στο φορτηγό τού Θόδωρου; Αυτό που λίγο μετά την κοιτούσε μισοκρυμμένο πίσω από την καρότσα;
-Η Μισέλ τη ρωτάει: «Λοιπόν; Εσύ είσαι η Σοφία;» Η Σ. επαναλαμβάνει: «Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;»

Κάτω στη σάλα, η δική της μαμά είναι πια «του κουτιού».

[στις Στάχτες 24.06.2015]

_____________________
* Γκι ντε Μοπασσάν: παράφραση από τον θρύλο του όρους Σαιν-Μισέλ (Πλανόδιον, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)
** ο. π.

*

©Χρύσα Φάντη (απόσπασμα μυθιστόρημα «η ιστορία της Σ.», εκδόσεις Γαβριηλίδης)
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Τριολέ” Αλόννησος, 2009

[Άνθρωποι χωρίς πρασινάδα, στεγνοί·

10/06/2017 § Σχολιάστε

Νίκος Χουλιαράς (1940-2015)

[…] Καμιά φορά, άμα είμαι στεναχωρεμένος, φτάνω και μέχρι τα πριονιστήρια. Μέχρι πέρα στα μποστάνια πάω, γιατί εδώ που τα λέμε, κάτι με πιάνει σ’ αυτό το δρόμο. Πιο πολύ άμα σκολνάει το καλοκαίρι, με πιάνει αυτό το πράμα. Γιατί, μη νομίζεις, εγώ από μικρός έτσι ήμουν. Στριμμένο άντερο. Κι άμα δεν το πιστεύεις, ρώτα να σου πουν πώς την έχω κάνει εγώ τη ζωή μου. Σμπαράλια την έκανα! Δουλειές και γράμματα εγώ τα βρόντηξα κάτω. Γυναίκα δεν έχω. Ούτε και παιδιά. Την αδερφή μου καθόλου δεν τη βλέπω κι η μάνα μου είναι πεθαμένη. Με τον πατέρα μου δε μιλιέμαι, ο΄τε και με τη γυναίκα του. Φίλους εγώ δεν έκανα. Όχι πως δεν τους ήθελα, αλλά να… οι φίλοι πάνε μαζί με τις δουλειές και με τα συμφέροντα. Κι από μένα κανένας δεν είχε συμφέρον. Τι να με κάνουν εμένα; Εγώ πουθενά δεν στέριωσα. Σε καμιά δουλειά δεν είμαι μέσα. Τι να τις κάνω; Οι δουλειές είναι γι’ αυτούς που το έχουν βάλει αμέτ-μουχαμέτ να προκόψουν, γιατί νιώθουν ότι τους κοιτάνε απ’ όλες τις μπάντες. Δε βαριέσαι… Άνθρωποι χωρίς πρασινάδα, στεγνοί. Εκεί, όλη μέρα σαν τα σκυλιά, στα ίδια και στα ίδια […]

[Νίκος Χουλιάρας, Το μπακακόκ, Κέδρος 1981]

[Η ύβρις μιας γεμάτης σελίδας·

05/06/2017 § Σχολιάστε

Του Λουκά Λιάκου

Δεν είμαι κάποιος και εσύ δοκίμασες να πεις κάτι τόσο μάταιο; Να κάνεις όσα αφόρητα μας διέλυαν πάντα; Όλος ο θάνατος είναι βαλμένος μέσα στη ζωή. Όλος. Κι αυτή είναι΄μια βιαστική παρηγοριά· όλα συμβαίνουν. Μέσα σε ένα περίγραμμα, ένα κάδρο όπου κανείς δε μένει αδιάφορος και κανείς δεν εξηγεί -σαν από συνεννόηση- το επικίνδυνο όλων όσων έγιναν και αφήνεται, να γνωρίζεται σαν κάποιο μελλοντικό υποτιθέμενο αντίτυπο όσων -εάν και εφόσον- πρόκειται να γίνουν. Σκέψου κάποιον, χωρίς να τον έχεις δει, χωρίς να τον έχεις γνωρίσει. Σκέψου το μοναδικό του στοιχείο: Φόβος. Σκέψου το φόβο, δε μπορώ να θυμηθώ μιαν άλλη λέξη με περισσότερη επιτυχία κι εντύπωση· για τα χρόνια που θα ‘ρθουν, για τα χρόνια που ‘χουν περάσει. Κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν έχουμε φανταστεί κι είναι μετουσιωμένος, όλος σε μια πρόσκληση χρόνων και χρόνων, κι όλο κάπου πάει κι όλο κάπου είναι και μας περιμένει. Χρειάζεται ωστόσο, να μας λείπει η απόφαση. Δεν είμαι κάποιος. Το λες και ξέρεις ήδη πολλά· όταν αγνοείς όσα περιττά βρίσκεις σε ένα κάδρο που έχει την ορμή γυρισμού και το δικαίωμα να ταιριάξεις· μέσα του, την εικόνα σου μπροστά στη θάλασσα, με μια ορισμένη δική σου βαθύτερη σκέψη. Εσύ, με τα μαλλιά και τα ρούχα σου έγχρωμα ή ασπρόμαυρα σαν τις ταινίες που βλέπεις κι οι φίλοι πριν φύγεις, ν’ ανοίγουν τις μεγάλες αγκαλιές· να ‘ναι η μόνη λύση; Χαμογελώντας απρόσωπα είναι τόσο απλό να ξαναγυρνούμε εκεί, να παρασυρόμαστε μια και για πάντα στον άλλον, που κανείς μας δε ξέρει, κάνοντας σαν από τεχνική και συνέχεια, μια βόλτα γύρω από έναν κύκλο ανθρώπων που αρθρώνουν προσπάθεια μόνο, όχι κατόρθωμα. Ο εχθρός ο δικός μου παριστάνει, δεν είναι· το λευκό άδειο χαρτί μα η ύβρις μιας γεμάτης σελίδας που σηκώνεται σαν ετοιμοθάνατος και απειλεί να γίνει ο πρόλογος στο άγραφο της τελευταίας εικόνας. Εκείνες οι εικόνες μέσα μου των λέξεων είναι που καταρρέουν χωρίς να τις πω, χωρίς να καταρρέουν. Μια μουσική χωρίς να κινούμαι, ένας σιωπηλός πόλεμος χωρίς καν να σηκωθώ από την ίδια συζήτηση. Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται και δε χρειάζεται να ζωγραφιστεί και δεν ωφελεί να ξέρω· πως φέρομαι σαν να μην έχω καταλάβει ότι όλος ο θάνατος, όλη η ζωή που μιλάω είμαι εγώ, «ο ένας του άλλου» που βρίσκομαι καθαρά τόσο, και τόσο συγκεκριμένα στο αόριστο κάλεσμα του ενός και μόνο ανθρώπου, του τόσο δικού μου, και ταυτόχρονα ξένου.

*
©Λουκάς Λιάκος στις Στάχτες 30.06.2015

[ένα γυαλιστερό νόμισμα·

04/06/2017 § Σχολιάστε

Ε. Χ. Γονατάς (1924-2006)

Οι θεόρατες πόρτες των σπιτιών αυτού του έρημου δρόμου είναι πλυμένες μονάχα οι μισές. Άλλες από τη μέση και πάνω και άλλες από τη μέση και κάτω. Στις πρώτες μπορούσα να ξεχωρίζω τα ξύλινα και γύψινα ανάγλυφα που πλαισίωναν τους χάλκινους αριθμούς: άνθη, δέντρα, καρπούς, άσεμνες ερωτικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Βάκχο.

Πήδηξα στο σαραβαλιασμένο λεωφορείο που πέρασε με ανοιχτές πόρτες από μπροστά μου, τρίζοντας απελπιστικά, και κάθισα δίπλα στον αμίλητο οδηγό. Ένα γέρος με σουβλερό μούσι, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, μου ζήτησε να καταβάλω το εισιτήριό μου.

“Που πηγαίνεις;”, ρώτησε.

“Στο Πουθενά”, του είπα.

“Τότε πληρώνεις αυξημένο εισιτήριο. Παππού, σκάσε ένα ασημένιο πεντόφραγκο”.

Έβγαλα από την τσέπη μου ένα γυαλιστερό νόμισμα, κι αφού το έτριψα λίγο στα δάχτυλα και βεβαιώθηκα πως ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε, του το έβαλα στην παλάμη.

*

[Ε.Χ. Γονατάς, Τρεις δεκάρες και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Στιγμή]

staxtes.com

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.