[το όμοιο ζώου βήμα των σκέψεών της·

19/03/2017 § Σχολιάστε

Robert Musil (1880-1942)

And now as tears subside
I find it all so amusing’
Frankie [*]

Ολόγυρα κοιμόντουσαν άνθρωποι ξένοι. Η Κλαουντίνε ένιωσε μιαν αιφνίδια, αφάνταστη κάψα, θα μπορούσε μάλιστα να ‘χε στριγκλίσει σιγανά – εκεί που στεκόταν, μόνη άγρυπνη μες στη νύχτα, ενώ ο ύπατος ίσκιος της τόσο περίεργης ακόμα και για την ίδια πράξη της τρύπωσε αθόρυβα κάτω από τους τέσσερεις τοίχους του εσωτερικού κόσμου της που ‘χε αρχίσει να ξαναλάμπει. Ξαφνικό σκέφτηκε: κι αν ερχόταν τώρα και δοκίμαζε να κάνει ό,τι πραγματικά ήθελε…

Πως είχε τρομάξει δεν το ‘ξερε. Σφαίρα καυτή κύλησε κάτι από πάνω της, έφυγε· για μερικά λεπτά δεν υπήρχε τίποτε άλλο έξω απ’ αυτόν τον παράδοξο πανικό, πίσω απ’ τον οποίο είχε στήσει καρτέρι ο στενός διάδρομος, ο σιωπηλός και ολόισιος σαν καμουτσιά. Ύστερα αποπειράθηκε να φανταστεί τον άντρα. Δεν το κατόρθωσε· απλώς ένιωσε το προσεχτικά προτεταμένο, το όμοιο ζώου βήμα των σκέψεών της.

[Ρόμπερτ Μούζιλ, Δεσμοί, σ.43 -μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Νεφέλη 1986]

[*] From «My Way» Sung by Frank Sinatra. Lyrics by: Dupri, Jermaine/Seal, Manuel Lonnie/Raymond, Usher

[μύρισε Άνοιξη·

15/03/2017 § Σχολιάστε

Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 – 26 Αυγούστου 1919)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

[το πρόσωπό σου θεέ μου ανάπηρο απ’ τη βαρύτητα·

14/03/2017 § Σχολιάστε

Έκτωρ Κακναβάτος, 1920-2010

Κι αν το νόημα είμαι του βυθού

Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος
πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμη το νόημα είμαι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του όνειρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει
όλη πυρίτιο και χαλκό
όπως ποτάμι αυτόφωτο
που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων
οστά πελασγικά
χειρόγραφα χαλδαίων
κ’ ελλήνων αίματα διάπυρα
τί θ’ αποδειχτεί;

Σκέφτομαι τ’ αναρίθμητα μέλη μου
απ’ τη μεγάλη σάρκα που πονά
που φωσφορίζει που ηχεί που δεν ηχεί
τα μέλη μου σε μεγάλη διασπορά
να φράζουνε τα διάκενα των άστρων
να επισκευάζουνε το πρόσωπό σου θεέ μου
ανάπηρο απ’ τη βαρύτητα
ύστερα το κατεδαφίζουνε και ανακαλούν
τον αριθμό –τον ετεροθαλή σου–
χώνονται ανάμεσα στον πυροβολισμό
και στο θυμό μας
στο αλτ και στο πυρ
σ’ εκείνο το άρρητο κενό
που ο χρόνος κάποτε χώρεσε όλος
δεμένος χεροπόδαρα ώσπου γεννήθηκε
(πότε έγινε τούτο το φριχτό)
κ’ έφριξε η γη έφριξε ο ιστός του σύμπαντος
μέχρι τη φλέβα του χαλικιού
και τ’ αποκαΐδια της νύχτας.

Από την ποιητική συλλογή «Διασπορά».
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2010, σελ. 53-54.

«έφυγα […] πριν αλλοιωθεί απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη»

13/03/2017 § Σχολιάστε

Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.
του Κ.Π. Καβάφη

Εξαιρετικά αφιερωμένο από
τον αγριμολόγο

στον κριτή-υμνητή του
Σεφερλή (525-435 π.Χ)

ως τον… νέο Αριστοφάνη[*]

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ’ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ’ αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

______

[*] Εμείς καυτηριάζουμε κόσμια.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.