[σ’ ένα παγκάκι αθάνατοι·

14/04/2017 § Σχολιάστε

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
«θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει»

Εσπερινός της Αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

.

[Από τη συλλογή “Άνθρωπος μόνος” -εκδ. Κέδρος 2009]

Από τις Στάχτες 10 Απριλίου, 2015

[ απαθής χειροκροτούσε·

13/04/2017 § Σχολιάστε

Ορέστης Λάσκος (1907-1992)
Αφιερωμένο στη Μεγάλη Παράσταση των ημερών

Η Παράσταση

Mυστηριωδώς, με γράμματα πελώρια, και μοιραίως,
τοιχοκολήθηκαν παντού στην πολιτεία αφίς.
Στη μέση γράφανε «ZΩH» και κάτωθεν αυτής:
«Έργο σουρεαλιστικόν … αγνώστου συγγραφέως».

Kαι στο μεγάλο Θέατρο πούχ’ εντελώς γεμίσει
μπρός σε θεατές που αυλάκωναν της αγωνίας τα τικ,
άρχισεν η Παράστασις η τόσον εξαντρίκ,
που θάταν προτιμότερον ποτές να μή ‘χε αρχίσει.

Γιατί αν κι’ οι πρωταγωνιστές παίζαν με μπρίο στ’ αλήθεια,
και το μπουλούκι δίπλα τους παράστεκε καλό,
όμως το έργον ήτανε τόσο φριχτά σαχλό
που ασυναισθήτως ένοιωθες μιαν αηδία στα στήθεια.

Στην πρώτη πράξη, ένα αμυδρό γέλιο -αν δεν αμφιβάλλω-
στις άλλες ένα βογγητό σπαραχτικά γοερό,
και στην στερνήν ένα χλωμό σκοτάδι ζοφερό,
κι’ ύστερ’ απότομα μια μαύρη αυλαία, και τίποτ’ άλλο.

Kι’ έτσι ο καθείς σφυρίζοντας και βρίζοντας, πετούσε
τα μαξιλάρια στη σκηνή φριχτός καταστροφεύς.
Kαι μόνος, σ’ ένα σκοτεινό θεωρείον, ο Συγγραφεύς
καπνίζοντας το πούρο του απαθής … χειροκροτούσε.

[ασάλευτος σαν την άμμο·

10/04/2017 § Σχολιάστε

Wole Soyinka (1934 – )
Βραβείο Νόμπελ 1986, Νιγηρία

Photo: 247ureports.com δραστικά επεξεργασμένη από τον αγριμολόγο

 

Νύχτα
Το χέρι σου, ώ Νύχτα, πέφτει βαρύ επάνω στα βλέφαρά μου,
Δεν έχω καρδιά από υδράργυρο, σα σύννεφο σκληρή,
Για ν’ αντέξω τον πόνο που μου οργώνει τα σωθικά.

Γυναίκα σα μύδι, στο θαλασσινό μισοφέγγαρο είδα
Το φθονερό σου μάτι να σβήνει της θάλασσας
Το φωσφορισμό, να χορεύει με των κυμάτων

Τον άπαυτο ρυθμό. Κι έμεινα ανήμπορος
Ασάλευτος σαν την άμμο, στην ψυχή μου βαθιά
Άρμη και αίμα. Ώ Νύχτα, μέσα απ’ τα φύλλα σου

Σκιές κοφτερές σα μαχαίρι έχεις βρέξει
Μέχρι το κόκκαλο μ’ έχεις μουσκέψει
Δεν έχω πια πρόσωπο, αθόρυβος έγινα, όπως ο κλέφτης.

Τώρα που βγαίνουν τα στοιχειωμένα παιδιά, κρύψτε με κρύψτε με
Δέ θέλω ν’ ακούσω κανένα! Αυτές οι απόμακρες φωνές
Θα μ’ αφανίσουν· γυμνός κι απρόσκλητος θα χαθώ μες στην άφωνη νύχτα.

[Μετάφραση: ©Βαγγέλης Κάσσος, περιοδικό «λέξη» τ.61 Γενάρης 1987]

[απαλά βήματα στη νύχτα·

03/04/2017 § Σχολιάστε

Georg Trakl (1887-1914)
Μετάφραση: Έλενα Γεμενετζή

Στο αγόρι Έλις

Έλις, όταν ο κότσυφας στο μαύρο δάσος καλεί,
Ετούτο είναι ο χαμός σου.
Τα χείλι σου πίνουν την ψύχρα της κυανής βραχοπηγής.

Άφησε, όταν το μέτωπό σου αθόρυβα αιμορραγεί
Πανάρχαιους θρύλους
Και σκοτεινά οιωνίσματα.
Εσύ όμως μπαίνεις με απαλά βήματα στη νύχτα,
Που πέφτει όλο πορφυρά τσαμπιά,
Και κινείς ωραιότερα τα μπράτσα μέσα στο κυανό.
Ένας αγκαθωτός θάμνος ηχεί,
Όπου είναι τα σεληνιακά σου μάτια.
Ω, πόσον καιρό είσαι, Έλις, πεθαμένος.

Το σώμα σου είναι ένα υάκινθος,
Όπου ένας καλόγερος βυθίζει τα κερένια δάχτυλα.
Μία μαύρη σπηλιά είναι η σιωπή μας,

Από εκεί καμιά φορά προβάλλει ένα μειλίχιο ζώο
Κι αργά χαμηλώνει τα βαρειά βλέφαρα.
Στους κροτάφους σου σταλάζει μαύρη δροσιά,

Ο τελευταίος χρυσός σβησμένων άστρων.

[Α’ δημοσίευση περιοδικό λέξη, τ.11 Γενάρης ’82]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.