[Έτσι σκουριάζουνε σιγά-σιγά κακότροπες μικρολογίες·
08/01/2017 § Σχολιάστε
Giambattista Vico (1668–1744)

Όπως τα κτήνη, έτσι και οι λαοί έχουν συνηθίσει να μη σκέφτονται τίποτε άλλο ειμή μόνον τα ιδιαίτερα οφέλη και τις ιδιαίτερες προνομίες τους, στη δε φάση της ακραίας ιδιοτροπίας τους –ή, μάλλον, υπερηφάνειάς τους– φουσκώνουν από κτηνώδη οργή και μανία, αρκεί να τους πειράξεις και μια τρίχα μονάχα και, μολονότι έχουν μεγαλώσει και τη φήμη τους και ως προς τον πληθυσμό τους, και τα μέλη τους ζουν δίπλα το ένα στο άλλο, κατ’ ουσίαν διαβιούν χωριστά, το κάθε άτομο για τον εαυτό του –μονήρες μέσα στην απόλυτη μοναξιά– με τα γούστα και τις επιθυμίες του σαν να είναι πραγματικά ζώα, και ούτε καν ανά δύο δεν μπορούν να συμφωνήσουν, μιας και το καθένα κοιτάει τη δική του χαρά και ευχαρίστηση […] Έτσι, κυλούν αιώνες βαρβαρότητας και μες στα μοχθηρά μυαλά σκουριάζουνε σιγά-σιγά οι κακότροπες μικρολογίες, και οι άνθρωποι τώρα, με τη βαρβαρότητα του στοχασμού, έχουν μετατραπεί σε θηρία αγριότερα από τα θηρία που ήσαν, όταν υπέκυπταν μόνο στην πρώτη βαρβαρότητα, σε αυτή των αισθήσεων δηλονότι. Διότι οι πρώτοι λαοί κατέχονταν από μια γενναιόδωρη αγριότητα, μπροστά στην οποία όλοι μπορούσαν να αμυνθούν και από την οποία όλοι μπορούσαν να ξεφύγουν, αφού τους ήταν δυνατόν να την προβλέψουν, οι παρηκμασμένοι λαοί, αντιθέτως, ασκούν μια δειλή και αχάριστη αγριότητα γεμάτη κολακείες και εναγκαλισμούς, που είναι παγίδες καλοστημένες, για να αρπάξουν την περιουσία των φίλων και των συγγενών τους και για να τους στερήσουν τη ζωή…
*
[Giambattista Vico, Η Νέα Επιστημονική Γνώση, μτφρ., Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Gutenberg via Politeianet.gr]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
[περί του οπαδού της λογικής·
06/01/2017 § Σχολιάστε
Norberto Bobbio (1909-2004)

[…] Ο άνθρωπος δεν μπορεί να μη χρησιμοποιεί τη λογική, όμως η λογική από μόνη της δεν αρκεί. Ο οπαδός της λογικής γνωρίζει τα όριά του και δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα. Προσπαθεί απλώς να διακρίνει έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος, που έχει ωριμάσει τόσο ώστε να κρίνει το καλό και το κακό μόνο με τις δικές του δυνάμεις (ώριμος με την έννοια του δοκιμίου του Καντ περί Διαφωτισμού), δε χρειάζεται -για να ξέρει αυτό που πρέπει να κάνει αποτελεσματικά- άλλο μάθημα πέρα από εκείνο που μπορεί να αντλήσει από τη λογική και την εμπειρία.
Δε θα ήταν όμως άνθρωπος της λογικής, αν δεν αμφισβητούσε τη δημιουργία του κόσμου αυτού που, εκτός των άλλων, στη δική μας εποχή του σιδήρου και της φωτιάς τού φαντάζει πιο μακρινή από ποτέ. Δε θα ήταν άνθρωπος της λογικής, αν ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, τόσο αλαζόνας και αναίσχυντος ώστε να προαναγγέλλει μεγαλόφωνα έναν κόσμο όπου, για να επαναλάβουμε τα λόγια του πιο απελπισμένου ποιητή της ιστορίας μας, «και δικαιοσύνη κι ευσπλαχνία άλλες ρίζες / θα ‘χουν λοιπόν κι όχι θαυμάσια παραμύθια» (*)…
(*)του Τζάκομο Λεοπάρντι, «La ginestra – Το σπαρτό»
[Νομπέρτο Μπόμπιο, από το Εγκώμιο της Πραότητας, μτφρ Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, εκδόσεις Πατάκη 2007]
Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
04/01/2017 § Σχολιάστε
Γιάννης Σκαρίμπας (1893–1984)

Στάδιον δόξης
Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…
Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:
… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…
Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό ‘να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…
Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..
Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…
Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ’ ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…
[Από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
Στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν
27/12/2016 § Σχολιάστε

Είδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη. Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα ήταν σαν έκσταση. Ήρθαν ένα σωρό πρόσωπα κι έρχονταν κι άλλα φάτσες γνωστές κι άγνωστες κι εγώ όλους τους αγαπούσα και περισσότερους ακόμα τόσο πολύ άνοιξε η καρδιά μου και χωρούσαν κι άλλοι πολλοί ακόμα. Ένα πλήθος κρεμάστηκε από την σπάνια κλωστή που έκλωθε εκείνη την ώρα η ψυχή μου κι αυτή άντεχε δεν έσπαζε. Όλα ήταν μια ευτυχία πόσο σας αγαπώ φώναξα θα πεθάνω για σας. Αγαπούσα την κάθε μια μορφή χωριστά και μαζί όλες η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που το σκόρπιζε ο αέρας το χώριζε σε χίλια κομμάτια κι υστέρα πάλι τα ένωνε η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που σκέπαζε όλο τον ουρανό λευκό και μεγάλο σας αγαπώ. Ξαφνικά κατάλαβα πως εγώ τους αγαπούσα κι εκείνοι με κοίταζαν μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Στεκόμουν με ανοιχτά χέρια κι εκείνοι μάκραιναν και τους είπα θάρθω μαζί σας. Με κοίταζαν με άδειο χαμόγελο και προχωρούσαν κι εγώ στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα ήμουν σαν φυτό που πάλευε να ξεκολλήσει τις ρίζες του από το χώμα κι ήθελα να τους πάρω από πίσω. Στεκόμουν κι εκείνοι φεύγαν δεν έλεγαν έλα χαμογελούσαν. Έμεινα από τότε μονάχος κι έπαψα να κλαίω η αγάπη στέρεψε κι έπαψε να τρέχει.
[Γιώργος Χειμωνάς, Πεισίστρατος, εκδόσεις Κέδρος, via Politeianet.gr]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
