[Τζόυς·
11/12/2025 § Σχολιάστε

Τζέημς Τζόυς ―σύντομο βιογραφικό
Ο Τζέημς Τζόυς γεννήθηκε το 1882 στο Δουβλίνο. Ήταν γόνος ευκατάστατης οικογένειας. Ωστόσο, λόγο της απερισκεψίας του πατέρα του, η οικογένεια άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Εισήχθη σε ακριβό ιδιωτικό σχολείο του Δουβλίνου, αλλά αναγκάστηκε να αποχωρήσει από αυτό το 1892. Ο πατέρας του αδυνατούσε να πληρώσει τα δίδακτρα. Το 1893 εισήχθη σε σχολείο Ιησουιτών. Μολαταύτα, από τα 16 του χρόνια απέρριψε τον καθολικισμό, έχοντας όμως αποκτήσει αξιόλογη γνώση της καθολικής θεολογίας, αλλά κυρίως της φιλοσοφίας του Θωμά Ακινάτη, η οποία τον επηρέασε στη διαμόρφωση της σκέψης του. Το 1898 εισήχθη στο πανεπιστήμιο του Δουβλίνου όπου ασχολήθηκε με τη μελέτη των γλωσσών και ιδιαίτερα της αγγλικής, της γαλλικής και της ιταλικής. Εκείνη την περίοδο εξοικειώθηκε με το έργο μιας άλλης καθοριστικής επιρροής του, του Νορβηγού θεατρικού συγγραφέα Χένρικ Ίψεν (έμαθε μάλιστα νορβηγικά, ώστε να μπορεί να διαβάζει τα κείμενα στο πρωτότυπο). Μελέτησε τον Αριστοτέλη, τους μεγάλους ρομαντικούς Σέλεϊ, Βύρωνα, Μπλέικ και στη συνέχεια τους συμβολιστές ποιητές (κυρίως τον Μαλαρμέ) και τη γαλλική πεζογραφία του 19ου αιώνα. Συγχρόνως, ανακάλυψε τους μεγάλους στοχαστές της Αναγέννησης και κυρίως το έργο του Δάντη, του Νίκολας Κουζάνους, του Τζορντάνο Μπρούνο και του Τζαμπατίστα Βίκο. Μετά τις σπουδές του, το 1902, μετέβη στο Παρίσι, όπου όμως παρέμεινε μόνο για λίγους μήνες και το 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο λόγω της σοβαρής ασθένειας και του συνεπακόλουθου θανάτου της μητέρας του. Τον επόμενο χρόνο έφυγε ξανά με τη σύντροφο του Νόρα Μπάκναλ για να εγκατασταθεί στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έμεινε εκεί όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το διάστημα 1905-1915 παρέμεινε στην Τεργέστη εργαζόμενος ως καθηγητής αγγλικών.
Γύρω στα 1904 άρχισε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με θέμα τη ζωή του στο σχολείο των Ιησουιτών, από το οποίο σώζεται σήμερα μόνο ένα απόσπασμα το οποίο τιτλοφορείται “Stephen Hero” και εκδόθηκε μετά τον θάνατο του (1944). Το κείμενο αυτό θεωρείται σήμερα το πρώτο σημαντικό πρωτόλειο του Τζόυς και η βάση για το κατοπινό “Πορτρέτο του καλλιτέχνη”. To 1907 εξέδωσε το πρώτο σημαντικό έργο, τη συλλογή διηγημάτων “Οι Δουβλινέζοι”. Το 1916 εξέδωσε το δεύτερο έργο του “Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία”, αυτοβιογραφικό κείμενο το οποίο αφηγείται την περίοδο της πνευματικής εξέγερσης του νεαρού Τζόυς εναντίον του καθολικισμού. Χαρακτηριστικό σε αυτό το έργο η άρνηση της συγγραφικής αυθεντίας, καθώς απουσιάζει πλήρως η οπτική, άποψη του συγγραφέα.
Το 1920 μετακόμισε ξανά στο Παρίσι, όπου τον συντηρούσαν οικονομικά κάποιοι φίλοι του και το 1922 εξέδωσε τον “Οδυσσέα” με τη φροντίδα μιας ομάδας φίλων του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Έζρα Πάουντ. Για το επόμενο μεγάλο του κείμενο αφιέρωσε 17 χρόνια! Ήταν για το “Ξύπνημα του Φίνεγκαν”, το οποίο εξέδωσε το 1939. Το πλέον αμφιλεγόμενο έργο του, όπου ο συγγραφέας ξεπέρασε κάθε όριο συμβατικότητας. […] Στο έργο αυτό, αποδομώντας καταλυτικά κάθε γνωστή μέχρι τότε γλωσσική σύμβαση και δημιουργώντας μια γλώσσα προσωπική και συνάμα παγκόσμια, προσπάθησε να αποδώσει, μέσω των πολύσημων αναφορών του, τον πλούτου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Το “Ξύπνημα του Φίνεγκαν” δεν είναι η αφήγηση ενός ονείρου, είναι ένα όνειρο και γι’ αυτό λειτουργεί με τους κανόνες του ονείρου. […] Η γλώσσα του κειμένου είναι εξαιρετικά ιδιότυπη, καθώς ο Τζόυς χρησιμοποίησε μια τεχνική αποδόμησης των λέξεων σε γλωσσικά μόρια και ανακατασκευής τους με βάση αυτά. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι λέξεις του κειμένου συχνά αποτελούν δημιουργήματα του ίδιου και τίθενται μέσα στο κείμενο χωρίς να έχουν μία συγκεκριμένη, αλλά πολλές εν δυνάμει σημασίες, ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι αυτές παραπέμπουν ταυτόχρονα σε λέξεις από περισσότερες από μία γλώσσες, χωρίς να υπάρχει πουθενά κάποιο αξιολογικό ερμηνευτικό κριτήριο. Έτσι, κάθε λέξη και ακόμη περισσότερο κάθε φράση, μπορεί να έχει άπειρες, εξίσου έγκυρες σημασίες και άπειρες πολιτιστικές αναφορές. Το “Ξύπνημα του Φίνεγκαν” θεωρείται έργο περίπου μη μεταφράσιμο. Πέθανε το 1941 στη Ζυρίχη, χωρίς να έχει λάβει την αναγνώριση που άξιζε. Αυτή ήρθε μετά θάνατον
Πηρα πολλα στοιχεια απο την gazzeta gr via – Melina Papadakis facebook >>>
[σπαρταρά σα ζωγραφιά σε σκοτεινό μουσείο·
09/12/2025 § Σχολιάστε

Paul Gauguin (1848-1903), Ca. 1885. (Photo by adoc-photos/Corbis via Getty Images)
Γκωγκέν
Ο ζωγράφος Γκωγκέν έχει πεθάνει εδώ και χρόνια
αυτός που για να ζωγραφίσει ένα παλαβό αμαρτωλό στήθος
έπρεπε πρώτα να κοινωνήσει μια κοινωνία φωτιάς
είχε ένα μικρό διάολο που του καθάριζε τα πινέλα
και μια ανήλικη χαβανέζα που του χρησίμευε για παλέτα
άνοιξε με κλωτσιά την πόρτα της Ιστορίας κι ανέβηκε
σ΄ένα βάθρο από φιάλες μορφίνης
αν και παλιότερα ήταν χρηματιστής
μα κείνο που θέλω να ρωτήσω είναι αν ο μποέμ αυτός
με τα πυρά μαλλιά γαβγίζει καμιά φορά
μέσα στα όμορφα τρυπς των οργισμένων ή
στη συνείδηση της εποχής μου σπαρταρά
σα ζωγραφιά σε σκοτεινό μουσείο.
✳︎
[Από Τα ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου, Επιλογή 1969-1978, εκδόσεις Κέδρος, 1982
◉
[Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν έχουν αι μάζαι·
28/11/2025 § Σχολιάστε
Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Εις Ανδρέαν Κάλβον
Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.
Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων
(και η αρετή σου).
Ως ήλιος, αναβάν
τον Όλυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια,
γνώριμον κλέος.
Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος
ήχος τυμπάνου.
Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου,
την οικουμένην.
Κράτει λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιωμένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.
Ή, αν προτιμάς, εξύμνησον
αντίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
των καφενείων.
Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
μέσα εις τα ντάνσιγκ.
Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ’ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.
Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι έπειτα
σε μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμήγκων,
μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,
και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δεν βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα —
ούτω την χώρα νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονούσα.
Αλλά τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.
Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.
◉
[και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές·
26/11/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier
ια
Οι νύχτες μεγαλώνουν ολοένα, σαν φυσική συκότιση εν νκαιρώ ειρήνης, και τα σχολικά απογεύματα διαρκούν όσο η εμφάνιση ενός φιλμ που αποτύπωσε ξαφνικά τον ιερέα της ενορίας να δραπετεύει από τους σκοτεινούς θαλάμους των εσπερινών και τις κατακόμβες των μαρτύρων ―όπως ορίζει το εορτολόγιο. Τα τελευταία δέντρα του φθινόπωρου φυλλοβολούν, ενώ εντείνονται οι ψυχροί άνεμοι. Μεταφέρουμε τα ξύλα του χειμώνα στο σπίτι. Οι πλούσιες υδατοπτώσεις προκαλούν την αναμόχλευση των χειμάρρων με τις γλυπτές πέτρες της μεγάλης ροής και την παρόχθια βλάστηση. Διατηρούμε τη σωστή θερμοκρασία στα κτίρια που διαθέτουν αρχιτεκτονικά φυτά εσωτερικών χώρων, καθώς και στα θερμοκήπια. Ο συμβολιστής Τοξότης των επάλξεων επισκοπεί χωρίς έλεος επί δικαιους και αδίκους, κραδαίνοντας το τόξο γονατιστός στην πασίγνωστη εκείνη στάση της πολεμικής ποροσευχής του. Σε κάθε τέντωμα της χορδής τα βέλη που πάλλονται με ακρίβεια στους ομόκεντρους κύκλους των σκοπευτηρίων και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές και οι δενδροκόμοι ―εκπέμποντας χιλιοκύκλους κραδασμών στην ατμόσφαιρα.
✳︎
[Νάσος Θεοφίλου, Ιστορίες του Καζαμία, απ’το κεφάλαιο Δωδεκάδελτος. Εκδόσεις Εστία, 1980