[αν δεν έρθει το τεράστιο ποτάμι της λογοτεχνίας να το ποτίσει…
30/05/2020 § Σχολιάστε
Ο Γάιος Πετρώνιος (Gaius Petronius, 27 – 66 μ.Χ.)
ο αποκαλούμενος arbiter elegantiae, διαιτητής της κομψότητος.

❊
«Πόσοι και πόσοι νέοι, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές!» είπε ο Εύμολπος. «Η ποίηση, μπορώ να πω, τους πήρε στο λαιμό της, γιατί μόλις τα κατάφερναν να στήσουνε στους πόδες του ένα στίχο και να στριμώξουν σε μια φράση, μια ιδέα, λίγο ως πολύ λεπτεπίλεπτη, τα μυαλά τους παίρνανε αμέσως αέρα και νομίζανε πως φτάσανε στην κορφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι, που θέλοντας να ξεκουραστούν από το χαμαλήκι της δικονομίας, καταφεύγουν στο ήσυχο άσυλο της ποίησης, σαν ναύτες που φτάνουν επιτέλους στο λιμάνι. Φαντάζομαι βλέπεις πως είναι πιο εύκολο να συνθέσεις ένα έπος, παρά έναν δικανικό λόγο, σπαρμένο δώ και κεί με ευφυολογίες. Μα η αληθινή η έμπνευση δεν τα καταδέχεται κάτι τέτοια μάταια στολίδια και το πνέμα δεν μπορεί μήτε να συλλάβει, μήτε να γεννήσει τίποτα αξιόλογο, αν δεν έρθει το τεράστιο ποτάμι της λογοτεχνίας να το ποτίσει με τα γόνιμα νερά του. Ο ποιητής πρέπει να αποφεύγει κάθε το, πως να το πω, κάθε κοινότοπη έκφραση, πρέπει να διαλέγει τις λέξεις του έξω απ’ τα όρια του λεξιλογίου της πλέμπας, με δυο λόγια να πραγματώνει κάθε φορά τον λόγο του Ορατίου:
Το άξεστο πλήθος το μισώ και μακρυά το διώχνω.
Πρέπει επιπλέον να αποφεύγει τις σκέψεις που μοιάζουν να μην έχουν σύνδεση με τον κορμό του έργου, λες κι είναι τα ορεκτικά ενός γεύματος. Πρέπει απεναντίας οι σκέψεις τοιυ να γίνονται ένα κράμα με τον στίχο, γιατί τότε μόνο θα φεγγοβολήσουν μ΄όλη τους τη λάμψη. Παράδειγμα ο Όμηρος και οι λυρικοί, ο Βιργίλιος ο Ρωμαίος και οι επιτυχείς πειραματισμοί ενός Ορατίου. Όσο για τους άλλους, δεν μπόρεσαν καν να διακρίνουν το δρόμο που οδηγεί στην ποίηση, ή κι αν τον είδανε, φοβήθηκαν να τον ακολουθήσουν […]»
*
[Πετρωνίου, Σατυρικόν, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Νεφέλη
❊
[νύχτα, ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού ·
25/05/2020 § Σχολιάστε
Marguerite Yourcenar για Oscar Wilde

❊
Mια άσκημη νύχτα ο κύριος Wilde, ακουμπισμένος στο στηθαίο του Pont-au-Change, κοίταζε το νερό να κυλάει και αναρωτιότανε αν δεν ήταν καιρός να τελειώσει αυτό το αστείο. Η ζωή, μια αποτυχημένη τραγωδία που κινδυνεύεις να πεθάνεις πριν από την πέμπτη πράξη ή, το χειρότερο, να επιζήσεις. Λοιπόν, «νικημένος, γελοιοποιημένος απ’ το νόμο», όπως το είπε o Verlaine για τον εαυτό του, δεν έπαιρνε άλλωστε κατάκαρδα τα πράγματα, ο κύριος Wilde κοίταζε την μαυρίλα του ουρανού, το σκοτεινό νερό και το γκρίζο στηθαίο, όταν επρόσεξε πως δεν ήταν μόνος. Ένας άντρας αξιολύπητος και κουρασμένος όσο και εκείνος, κοίταζε τον Σηκουάνα. Τι άλλο μπορεί να κάνεις μέσα στη νύχτα ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού αν δε σκέφτεσαι την αυτοκτονία;
Ο Wilde συγκινημένος μισοκοίταζε σε αυτό τον σύντροφό της εξουθένωσης. Έπειτα βάζοντας το χέρι στο νόμο του υποτιθέμενου αυτοκτόνου, και μ’ ένα τόνο παρ’ όλ’ αυτά βρετανικό:
― Φτωχέ μου φίλε, είσαι απελπισμένος;
― Εγώ; είπε ο άνθρωπος που γύρισε σαστισμένος. Όχι Κύριε, είμαι Κομμωτής!
Είναι χαρακτηριστικό πόσο ο Wilde, αποκαμωμένος αλλά δανδής ως το τέλος, δεν μπόρεσε να πιστέψει πως η τραγικότητα και η κοινοτοπία θα μπορούσαν να ταιριάζουνε και πως ένας κομμωτής, επίσης, θα ήτανε ένας απελπισμένος.
Marguerite Yourcenar
μτφρ. Άννα Αγγ. Σικελιανού, περιοδικό λέξη, Μάιος 1990.
❊
[με γέμιζε φόβο ·
24/05/2020 § Σχολιάστε

James Joyce, Dubliners, Η αδελφές, απόσπασμα.
Δεν υπήρχε ελπίδα γι ‘αυτόν αυτή τη φορά: ήταν το τρίτο εγκεφαλικό επεισόδιο. Κάθε νύχτα περνούσα απ’ το σπίτι (ήταν εποχή διακοπών) και μελετούσα τη φωτισμένη πλατεία του παραθύρου: και κάθε νύχτα το έβρισκα φωτισμένο με τον ίδιο τρόπο, ελαφρά και ομοιόμορφα. Αν ήταν νεκρός, σκέφτηκα, θα έβλεπα την αντανάκλαση των κεριών στο τυφλό σκοτάδι, γιατί ήξερα ότι δύο κεριά έπρεπε να βρίσκονται τοποθετημένα στη κεφαλή του πτώματος. Μου έλεγε συχνά: «Δεν θα είμαι για πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο», και είχα σκεφτεί τα λόγια του αδρανής. Τώρα ήξερα ότι ήταν αλήθεια. Κάθε βράδυ καθώς κοιτούσα το παράθυρο, έλεγα απαλά στον εαυτό μου τη λέξη ‘παράλυση’. Πάντα μου ηχούσε παράξενα αυτή η λέξη, όπως η λέξη ‘γνώμων’ στον Ευκλείδη και η λέξη ‘σιμωνία’ στην Κατήχηση. Αλλά τώρα μου ακουγόταν σαν τ’ όνομα κάποιου κακόβουλου κι’ αμαρτωλού όντος. Με γέμιζε φόβο, και όμως ήθελα να είμαι πιο κοντά σε αυτό, να παρατηρώ το θανατηφόρο του έργο.
*
[απόδοση Στρ. Φουντούλης
◉
[άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες ·
24/05/2020 § Σχολιάστε
Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

❊
Πικασσό
εις Παύλον Πικασσό
ο ταυρομάχος τώρα πλέον ζει στην Ελασσόνα
εις τη λιθόστρωτη πλατεία κάτω απ’ τα πλατάνια
κι ο καφφετζής αέναα πηγαινοέρχεται κι ανανεώνει
τον καφφέ στο φλυτζάνι και τον καπνό στον αργελέ του ταυρομάχου
ώς ότου να περάσουνε νοσταλγικά
της μέρας οι ώρες
και συναχτούν πουλιών μυριάδες
μέσ’ στις πυκνές τις φυλλωσιές των πλατανιώνε
όπου σημαίνει πως ο ήλιος δύει
τότε οι συνωμότες ένας ένας γλυστράνε στο σοκάκι
σιωπηλά ως πέφτει η νύχτα και βοηθά τους
απαρατήρητοι να συναχτούν κι αυτοί σαν
τα πουλιά
εκεί που θέλουν
και δακρυά βαρειά κυλούν από τα δόλια τους τα μάτια
και η μητέρα όπου ζητεί ν’ αναχαιτίση τους φασίστες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κει που σιγομιλούν οι συνωμότες
και κρέμονται απ’ το ταβάνι πιπεριές για να στεγνώνουν
με τα ροζιάρικα τα χέρια που τα κοσμούν ροδάρια
βγάζει της λάμπας το γυαλί και την ανάφτει
και τα ροζιάρικα πάλιτα χέρια που τα λερώσαν τα πετρέλαια
ήσυχα ήσυχα τα σφουγγίζει στην ποδιά της
και καθώς είπαμε ότι ποθεί ν’ αναχαιτίση τους φονιάδες
παίρν’ η γριά τη λάμπα απ’ το τραπέζι
κι ανοίγει το παράθυρο με βιάση
κι όξω τεντώνει
―μέσ’ στη νύχτα―
τη χερούκλα που κρατά τη λάμπα
γριά μάνα! της φωνάζουν
πού την πας τη λάμπα;
όμως μέσ’ στα χωράφια της Αβίλας δες σαλέψαν
ύποπτες σκιές μ’ αυτόματα στην αμασκάλη
κι ως από μακρυά εφάνταζε σαν άστρο
το φως που είχε βγαλθή στο παραθύρι
άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες
κι οι γύφτισσες επιάσαν να χορεύουν
με τις ωραίες λαγόνες και τα πολύχρωμα ανεμιζούμενα πλατειά φουστάνια
ενώ απ’ τα θερμά βαμμένα στόματά τους ίδια κραυγές πόνου
εξέφευγαν του τραγουδιού τα λόγια:
«θα σου πω τη μοναξιά μου με το Soleares»
κι οι majos λυσσάγαν πάνω στις κιθάρες
και τα φασιστικά καθάρματα πολυβολούσανε τα πλήθη
κι αυτές με τα μεταξωτά γοβάκια τους
―με τα ψηλά τακούνια―
χάμω ―πάνω στο καρντερίμι― τσαλαπατούσαν την καρδιά μου
τότες εγίνηκε «που να σου φύγη το καφάσι»
σαν ένας ταύρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στη μέση
φλόγες καθώς του βγαίνανε απ’ τα ρουθούνια
κι οι μπαντερίλλιες τού βελόνιαζαν οδυνηρά το σβέρκο και την πλάτη
κι άρχισε δω και κει να κουτουλάη
να ξεκοιλιάζη
να λιανίζη σάρκες με τα κέρατά του
ψηλά στον αέρα να τινάζη
όσους χτυπούσε
και να σωριάζωνται βουνό κουφάρια ένα γύρο
αλόγων άνθρωπων
μέσ’ σε ποτάμια αίμα
(το σβέρκο και τη ράχη του οδυνηρά ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)
κι οι κόρες με τους ωραίους μαστούς ανάσκελα εξαπλωθήκαν χάμω
και μέσ’ στα ωραία μάτια τους δύανε
κι ανατέλλαν
ήλιοι
*
[από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977