[o αέρας μυρίζει γλυκάνισο ·

10/12/2019 § Σχολιάστε

βούρτσα από αλογότριχα

Ώτοστοπ του Νάσου Βαγενά (1945 – )

Ξεσκονίζω το δέρμα μου με μια βούρτσα από αλογότριχα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αντιστέκομαι στο θάνατο. Είναι μάλλον ένα φλύαρο σχόλιο στην αρμονία του ποιήματος της φθοράς. Πατάω άσπρα τριαντάφυλλα. Ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο μου πριονίζει το λαιμό. Ώ το φως, το τετράγωνο φως. Η κάθε μέρα είναι μια άβαφη αίθουσα αναμονής σ’ ένα τοίχο της οποίας κρέμεται ένα ασπρόμαυρο αντίγραφο των «Δεσποινίδων της Αβινιόν».
Πίνω πορτοκαλάδες. Αγγίζω την οροφή (είναι φτιαγμένη από κασσίτερο). Ο αέρας μυρίζει γλυκάνισο κι από την καυτή μπουκαπόρτα του έρωτα έρχονται με απίστευτη καθαρότητα οι δύο πρώτοι στίχοι του επιγράμματος των Ψαρρών.

*
Περισσότερα για τον ποιητή και δοκιμιογράφο Ε Δ Ω >

[εκείνους που μέλλεται να εξαφανιστούν τούτη τη νύχτα ·

09/12/2019 § Σχολιάστε

Γ. Ξ. Στογιαννίδης (912-1994)

Πιθανότητες

Έβγαλε τα παπούτσια του.
Με τις λέξεις δε γίνεται τίποτα, σκέφτηκε.
Άρχισε να ψυχραίνει
Ίσως να ‘ναι Δεκέμβρης
που ξεχάσαμε στον παλιό ημεροδείκτη,
μπορεί απ’ το λειψό σκαλί του υπογείου
———————της πολυκατοικίας
ακόμη απ’ το αντικρυνό παλαιοπωλείο
με το ξεσχισμένο νεκρώσιμο στην πόρτα,
μπορεί κι απ’ τους αγνοούμενους
ή εκείνους που μέλλεται να εξαφανιστούν
τούτη τη νύχτα
ακόμη απ’ το θάνατο ενός ποιητή
που άφησε φεύγοντας ατέλειωτο το τελευταίο του
ποίημα

Υπάρχουν τόσα «μπορεί…».

*

Μετά βαρβάρων

Ήδυς
——-απέφευγα ωστόσο τα μέλη
——-μετά βαρβάρων ορχούμενος
——-τους εδέχτηκα
————- — ο λόγος για τους βαρβάρους
Εμάλλιασε η γλώσσα μου
να λέω και να λέω
————— Περί το εσπέρας
ελάλησε ο αλέκτωρ
κι ο Πέτρος έκανε τον κουφό.
Ήσυχα, ήσυχα πήγε και ξάπλωσε ο άθλιος.

θάταν περίπου μεσάνυχτα.

 

_____

περισσότερα για τον ποιητή ΕΔΩ και ΕΔΩ >

***

[μόνο περί σπουδαίων κριτικών·

27/11/2019 § Σχολιάστε

φωτο: Αγριμολόγος, καμήλες στις Βρυξέλλες

Είναι ένας κριτικός που λέει στον μεταξύ πως είναι πολύ κουρασμένος, πολύ νευρικός, πολύ ανήσυχος. Δεν τρώει και δεν κοιμάται. Πηγαίνει κι έρχεται στην κάμαρα, στιγμή δεν κάθεται σε μια καρέκλα. Δεν έχειν κέφι να διαβάσει μυθιστόρημα. Δεν του αρέσει τίποτα, δε γράφει τίποτα. Και συνεχίζει ν’ ασχολείται με το τίποτα. Μήτε μας λέει γιατί είναι νευρικό, γιατί είναι ανήσυχος, γιατί είναι κουρασμένος.

Υπάρχει κι ένας βήτα κριτικός που συνεχώς κοιμάται. Ξυπνάει μονάχα για να ξανακοιμηθεί, η μόνον λέξη του είναι «τρίχες».

Υπάρχει κι ένας γάμμα κριτικός που πίνει το κρασάκι του, φλυαρεί ασταμάτητα και λέει «εσάς το πιθανότερο είναι να σας θάψουμε όλους μαζί», βλέπει τον εαυτό του κιόλας επίσημο νεκροθάφτη.

Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι κριτικοί. Εδώ σας μίλησα μόνο για τους σπουδαίους.

Ο Ανρύ Μισώ είπε κάποτε:
—————-Ελλείψει ήλιου
—————-θα ωριμάσουμε στους πάγους

*

άκης Σινόπουλος, από το Νυχτολόγιο Β’

 

[κάποιος πρέπει να προσέχει, λένε ·

25/11/2019 § Σχολιάστε

Φραντς Κάφκα (1883-1924)

Νύχτα
Χωμένος βαθιά μέσα στη νύχτα. Καθώς βυθίζεται κανείς καμιά φορά στην περισυλλογή, έτσι απόλυτα να βυθιστείς στη νύχτα. Ολόγυρα οι άνθρωποι κοιμούνται. Είναι μια ακίνδυνη φαντασίωση, μια άδολη αυταπάτη, να υποθέτεις πως κοιμούνται σε σπίτια, σε κρεβάτια προφυλαγμένα, κάτω από μια στέγη ασφαλή, ξαπλωμένοι στο στρώμα ή κουλουριασμένοι, στα σεντόνια, κάτω απ’ τα παπλώματα. Στην πραγματικότητα συγκεντρώθηκαν όπως και κάποτε παλιά, κι αργότερα πάλι, σε μια ερημιά, σ’ ένα καταυλισμό στο ξέφωτο, άνθρωποι μιλιούνια, ένα λεφούσι, ένας όχλος, κάτω από έναν κρύο ουρανό, πάνω σε μια κρύα γη, σωριασμένοι εκεί που πρωτύτερα στέκονταν, με το μέτωπο ακουμπισμένο στο βραχίονα, το πρόσωπο στραμμένο στη γη, σε ύπνο ήρεμο παραδομένοι. Κι εσύ παραφυλάς· είσαι ένας απ’ το σωρό τα χαμόκλαδα δίπλα σου, κοιτάς εκείνον που βρίσκεται κοντύτερά σου. Γιατί ξαγρυπνάς; Κάποιος πρέπει να προσέχει, λένε. Κάποιος πρέπει να βρίσκεται εκεί.

*
[από Φραντς Κάφκα, Περιγραφή ενός Αγώνα, Στοχασμοί, Μικρά διηγήματα —μτφρ. Μαρλένα Γεωργιάδη, εκδόσεις Γνώση, 1982

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.