[μόνο περί σπουδαίων κριτικών·

27/11/2019 § Σχολιάστε

φωτο: Αγριμολόγος, καμήλες στις Βρυξέλλες

Είναι ένας κριτικός που λέει στον μεταξύ πως είναι πολύ κουρασμένος, πολύ νευρικός, πολύ ανήσυχος. Δεν τρώει και δεν κοιμάται. Πηγαίνει κι έρχεται στην κάμαρα, στιγμή δεν κάθεται σε μια καρέκλα. Δεν έχειν κέφι να διαβάσει μυθιστόρημα. Δεν του αρέσει τίποτα, δε γράφει τίποτα. Και συνεχίζει ν’ ασχολείται με το τίποτα. Μήτε μας λέει γιατί είναι νευρικό, γιατί είναι ανήσυχος, γιατί είναι κουρασμένος.

Υπάρχει κι ένας βήτα κριτικός που συνεχώς κοιμάται. Ξυπνάει μονάχα για να ξανακοιμηθεί, η μόνον λέξη του είναι «τρίχες».

Υπάρχει κι ένας γάμμα κριτικός που πίνει το κρασάκι του, φλυαρεί ασταμάτητα και λέει «εσάς το πιθανότερο είναι να σας θάψουμε όλους μαζί», βλέπει τον εαυτό του κιόλας επίσημο νεκροθάφτη.

Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι κριτικοί. Εδώ σας μίλησα μόνο για τους σπουδαίους.

Ο Ανρύ Μισώ είπε κάποτε:
—————-Ελλείψει ήλιου
—————-θα ωριμάσουμε στους πάγους

*

[Τάκης Σινόπουλος, από το Νυχτολόγιο Β’

 

[κάποιος πρέπει να προσέχει, λένε ·

25/11/2019 § Σχολιάστε

Φραντς Κάφκα (1883-1924)

Νύχτα
Χωμένος βαθιά μέσα στη νύχτα. Καθώς βυθίζεται κανείς καμιά φορά στην περισυλλογή, έτσι απόλυτα να βυθιστείς στη νύχτα. Ολόγυρα οι άνθρωποι κοιμούνται. Είναι μια ακίνδυνη φαντασίωση, μια άδολη αυταπάτη, να υποθέτεις πως κοιμούνται σε σπίτια, σε κρεβάτια προφυλαγμένα, κάτω από μια στέγη ασφαλή, ξαπλωμένοι στο στρώμα ή κουλουριασμένοι, στα σεντόνια, κάτω απ’ τα παπλώματα. Στην πραγματικότητα συγκεντρώθηκαν όπως και κάποτε παλιά, κι αργότερα πάλι, σε μια ερημιά, σ’ ένα καταυλισμό στο ξέφωτο, άνθρωποι μιλιούνια, ένα λεφούσι, ένας όχλος, κάτω από έναν κρύο ουρανό, πάνω σε μια κρύα γη, σωριασμένοι εκεί που πρωτύτερα στέκονταν, με το μέτωπο ακουμπισμένο στο βραχίονα, το πρόσωπο στραμμένο στη γη, σε ύπνο ήρεμο παραδομένοι. Κι εσύ παραφυλάς· είσαι ένας απ’ το σωρό τα χαμόκλαδα δίπλα σου, κοιτάς εκείνον που βρίσκεται κοντύτερά σου. Γιατί ξαγρυπνάς; Κάποιος πρέπει να προσέχει, λένε. Κάποιος πρέπει να βρίσκεται εκεί.

*
[από Φραντς Κάφκα, Περιγραφή ενός Αγώνα, Στοχασμοί, Μικρά διηγήματα —μτφρ. Μαρλένα Γεωργιάδη, εκδόσεις Γνώση, 1982

[μόνος με το γέλιο του·

22/11/2019 § Σχολιάστε

Φραντς Κάφκα (1883-1924)

Ένα σχόλιο
Ήταν πρωί, πολύ νωρίς, οι δρόμοι καθαροί και έρημοι. Πήγαινα στο σταθμό. Συγκρίνοντας το ρολόι μου με την ώρα που έδειχνε το ρολόι του καμπαναριού, είδα πως ήταν πολύ πιο αργά απ’ όσο νόμιζα. Έπρεπε να βιαστώ. Πάνω στην ταραχή μου από τούτη τη διαπίστωση τα έχασα και δεν ήμουν πια σίγουρος για το δρόμο μου· ήμουν ακόμα σχετικά ξένος σε τούτη την πόλη. Ευτυχώς βρήκα μπροστά μου έναν αστυνομικό· έτρεξα κοντά του και με κομμένη την ανάσα τον ρώτησα ποιο δρόμο έπρεπε να πάω. Χαμογέλασε και είπε: «Από μένα περιμένεις να σου δείξω το δρόμο;» — «Ναι, του αποκρίθηκα, αφού μονάχος δεν μπορώ να τον βρω». — «Παραιτήσου, είπε, παραιτήσου». Και γύρισε να φύγει με μια κίνηση γρήγορη, σαν κάποιον που βιάζετε να μείνει μόνος με το γέλιο του.

*
[από Φραντς Κάφκα, Περιγραφή ενός Αγώνα, Στοχασμοί, Μικρά διηγήματα —μτφρ. Μαρλένα Γεωργιάδη, εκδόσεις Γνώση, 1982

[Ολόκληρη Νύχτα ·

20/11/2019 § Σχολιάστε

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978)

©agrimologos/αγριμολόγος

Όπου νά’ ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα
συρματόσκοινα.
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της
χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.

Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είπαν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και ήταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

στάχτες

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.