[προς ποιητές και «ποιητές»
10/10/2019 § Σχολιάστε
Tου Witold Grombowicz (1904-1969)

Εναντίον της ποιήσεως
«Κάθε στοιχείο τους είναι τέλειο, βαθύ, μεγαλειώδες, καλλιεργημένο, αλλ’ όμως δεν είναι ικανό να διατηρεί το ενδιαφέρον μας γιατί οι συγγραφείς τους δεν τα έγραψαν για μας, αλλά για τον προσωπικό θεό της τέχνης τους. Οι ποιητές γράφουν για τους ποιητές. Οι ποιητές λούζονται αμοιβαίως με εγκώμια και τιμούν αλλήλους. Οι ποιητές επευφημούν την ίδιά τους την εργασία και όλος αυτός ο κόσμος μοι΄ζει πολύ με τους ειδικούς και ερμητικούς εκείνους επιμέρους κόσμους που διαιρούν τη σημερινή κοινωνία.[…] στο βασίλειό τους κάθε τί είναι εκτός μέτρου και ότι μέτριοι δημιουργοί εγγίζουν αποκαλυπτικά διαστάσεις ή ακόμα ότι ελάσσονα προβλήματα προσλαμβάνουν μια σπουδαιότητα που προκαλεί φόβο.[…]Το ύφος δεν είναι τίποτα άλλο από μια πνευματική συνήθεια απέναντι στον κόσμο, αλλά υπάρχουν παραπάνω του ενός κόσμου, κι εκείνος του υποδηματοποιού και του στρατιωτικού, ελάχιστα κοινά σημεία έχει με εκείνον τον ποιητή.[…]Ο ποιητής δεν απευθύνεται παρά σ’ εκείνον που έχει διαπερασθεί από την ποίηση, όπως ένα ιερέας επιβάλλει έναν όρκο θρησκευτικό σε έναν άλλον ιερέα.[…]Και οι σπουδές και οι μελέτες επίσης, που αφορούν την ποίηση, μας προκαλούν μια περίεργη εντύπωση, γιατί η εξυπνάδα τους, η επιτηδειότητα, η λεπτότητα τους προσκρούουν στην απλοϊκή και συγχρόνως επιτηδευμένη έκφρασή τους. Οι ποιητές δεν έχουν καταλάβει ακόμα, ότι δεν μπορεί κανείς να μιλά για την ποίηση με ποιητικό ύφος και γι’ αυτό τα περιοδικά τους είναι γεμάτα με ποιητικισμούς πάνω στην ποίηση· οι περιστροφές των στείρων ρηματικών τους τεχνασμάτων μας εξοργίζουν.
Αυτά τα θανάσιμα ερωτήματα κατά του ύφους είναι η αιτία του φόβου της πραγματικότητας που τους κατέχει και της ανάγκης να επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο το γόητρό τους.
[…]
Ας με συγχωρήσουν οι ποιητές. Δεν τους επιτίθεμαι για να τους ενοχλήσω· αντίθετα με χαρά εγκωμιάζω τις προσωπικές αξίες πολλών απ’ αυτούς. Όμως το ποτήρι τους ξεχείλισε από αμαρτίες. Πρέπει να ανοίξουμε τα παράθυρα αυτού του εγκλωβισμένου σπιτιού για να πάρουν αέρα οι ένοικοί του. Είναι ανάγκη να θραύσουμε το αυστηρό, βαρύ και μεγαλόπρεπο κέλυφος που τους περιβάλλει. Λίγο ενδιαφέρει ότι δέχονται μια κριτική που τους αφαιρεί την αιτία να υπάρχουν…»
*
[Απόδοση ©Κωστής Γκιμοσούλης, Α’ δημοσίευση: περιοδικό Δέντρο τ.29, Σεπτέμβριος 1982.
[γράφουν στο σεληνόφως, το όνομά τους ·
27/09/2019 § Σχολιάστε
Rafael Adolfo Téllez (Palma del Río, provincia de Córdoba, 1957)

1767
Είναι ταξιδιώτες που ήλθανε απ’ το κέντρο της Ευρώπης.
Αυτό συμβαίνει το 1767.
Είναι άντρες από διάφορες ράτσες
και χώρες διαφορετικές που η φτώχεια τούς κάνει να μοιάζουν.
Είναι ακόμη κάποια οδός
και είναι ο τελάλης που ξετυλίγει το πρωινό
με την τρομπέτα του.
Είναι ο παππούς μου ο Μπερνέτ που χρησιμοποιεί μπαστούνι
και χαιρετάει μ’ επισημότητα τη μέρα
ενώ διερευνά έναν ορίζοντα από κάρρα και βόδια.
Είναι ο φτωχός νότος,
ο νότος ξαναμμένος από αίθρια και εισόδους.
Είναι οι πρόγονοί μου,
που υφαίνουν, κάτω απ’ την κληματαριά, μια ιστορία
αγάπης και αγωνίας
και που γράφουν, στο σεληνόφως, το όνομά τους
πάνω σ’ έναν τοίχο.
Είναι αυτοί που είμαι εγώ.
Αυτοί που θα είμαι όταν πεθάνω.
*
[μετάφραση Τάσος Δενέγρης (1934-2009), Α’ δημοσίευση, περιοδικό λέξη, τ.180 -Απρίλιος-Ιούνιος, 2004
[Αγαπάνθεμον(*)
25/09/2019 § Σχολιάστε
Της Ασημίνας Λαμπράκου


Σας βεβαιώ Αλλά εσείς μην το πιστέψετε Σκοτεινός ασύνταχτος, με ακολουθούσε Όχι πάνω από το προσδιορίσιμο «ακολουθώ» Όχι περισσότερο από τρεις μακρείς ως τα καλοκαίρια, χειμώνες Μπερδεύοντας πλήκτρα βήματα ίχνη όμως Συννέφιασα Έγραψα σημείωμα: Κάνε «αυτό» Υπάκουσε Έλα και θα ξαναγράψουμε μαζί τον ξένο του Καμύ Έγραφα και Γελούσα: Ποια είμαι εγώ να…; Γέλασε Υποθέτω κι ο ίδιος Άγρια Έπειτα, σας βεβαιώ έγινε Αλλά εσείς μην το πιστέψετε Άρχισε να μεταμορφώνεται Τότε ήταν εγώ που παρακολουθούσα Ένας εύθρυπτος ανά–συναρμολογούμενος αναστρέφων Samsa Διογκούμενος κάθε φορά ως την τελευταία που Θα έπρεπε να διαχειριστώ για να τον περιέχω Ο ξένος μου Νομίζω Κι εσείς αρνηθείτε το Είναι καιρός που Οφείλω να αποδώσω τις διαθέσεις που Καλλιέργησε και παρήγαγε στη μικρή μου ψυχή και το μυαλό Να αρχίσω τώρα Ένα καλοκαίρι που ήρθε από Τον χειμώνα που Δεν Πάγωσαν τα σπάρτα κι οι λειχήνες στην άκρη των γκρεμών και Θα επιμηκυνθεί ανευλαβώς μέσα στο φθινόπωρο προκαλώντας Αργή ωρίμανση των χρωμάτων στα φυλλώματα Θυμάσαι Ένας δικός μου Μερσώ που Υπερασπιζόμουν σε κάθε συζήτηση επειδή Ο θείος Τάσος έφερνε πάντα στον Μαστρογιάννη και: Γιατί Ο ξένος είναι μια εξέχουσα μορφή άσπεργκερ Ρώτησα
στον ξένο μου (απόσπασμα Χ)
(μια μέρα που απουσίαζε)
Σας βλέπω: με κοιτάτε απορημένοι Νομίζετε πως κάτι συμβαίνει με μένα Σκέφτεστε: Τι διάολο κάνει αυτός; ε, λοιπόν! Έχασα τη σκιά μου· και την ψάχνω Για μια στιγμή φοβήθηκα πως ξεχάστηκε κρεμασμένη στο λοξό κλαδί της ελιάς που κρεμόμουν κι εγώ να φτάσω πιο πάνω τους καρπούς Σείω το κλαδί μ’ αυτή δεν πέφτει· άφαντη Άφαντη κι εγώ σκέφτομαι άλλα: πως ίσως την πλήγωσε τ’ αγκάθι της φραγκοσυκιάς όπως έκοβα ένα σύκο να φάω και αιμορραγούσα κάθεται ξεψυχισμένη στη σκιά ενός φραγκοσυκόφυλλου Σηκώνω το φύλλο· ψάχνω από κάτω Στριγκό ακούω το θόρυβο Το φύλλο θρυμματίζεται στο ζόρι του που μου φωνάζει πως ό,τι ζητάω είναι τη δικιά του σκιά να κλέψω για τη δική μου που έχασα Σκιάζομαι από το θρυψάλιασμα· φεύγω παραπέρα σκυφτός που να σώσω να βρω τον ίσκιο μου τον χαμένο Ως και στο μνήμα της μάνας μου όπως έκατσα στην άκρη του να την κλάψω Την ψάχνω Σηκώνω την πλάκα μη και ξεστράτισε θλιμμένη και ξεχάστηκε Όμως, τα σκαθάρια και τα σκουλήκια τρομάζουν και μου ρίχνονται: τι κάνεις εκεί, φωνάζουν Μας κλέβεις τη σκιά μας, λένε και· δίνουν μια καταπάνω μου· τρομάζω Αφήνω την πλάκα να πέσει· κομματιάζεται Σηκώνομαι· μην και την έκρυψε ο κορμός του γιασεμιού όπως έκοβα τ’ ανθάκια να στολίσω το μνήμα· σκέφτομαι κι εγώ και σκύβω από πίσω Ίσως και να την βρω ΣιιιισσσσσσσσσσσσςΤ και σκορπούν οι σκορπιοί από τις ρίζες του φυτού παραξενεμένοι Ως και την πέτρα σήκωσα που καθόμουν να ξαποστάσω στη βόλτα μου στης γειτονιάς τους δρόμους Να την βρω περίμενα από κάτω πατικωμένη σα σύκο που το χώνεψε πατούσα γίγαντα ΦφφΦΦφφσσσσσΣΤΤττττ κορόιδεψε η ιτιά που Στον ίσκιο της η πέτρα χαλιόταν Μη και σβήστηκε με τη δίψα μου στην πηγή Αναρωτήθηκα Νευρίασε το νερό· στέρεψε την πηγή Μέχρι και στους παλιούς μου έρωτες σκέφτηκα μην έμεινε φιλώντας να μάθει τη γεύση και την τέχνη του φιλιού όπως με είδε να τους ξεγελάω· μάταια· όλα μάταια Άφαντη σας λέω και τα χείλη σ’ εκκρεμότητα όπως τα ξαναβλέπω Και Τώρα Αυτήν την ώρα που με βλέπετε τον ίσκιο σηκώνω του πεύκου σε χέρσο χωράφι με αμμοθίνες και καλαμιές όπου περπάτησα να φτάσω να ξαποστάσω στον ίσκιο του· μήπως την βρω από κάτω να κοιμάται ξεχασμένη Μα κείνο ξαφνιάζεται και καλεί έναν Λίβα από πευκοβελόνες στα μαλλιά μου Και στα μάτια πετάει άμμο Αδύνατον να βρω τη σκιά μου· λυπηθείτε με Σκεφτείτε με χωρίς σκιά Δίχως αυτήν ένας παράξενος και παραξενεμένος άνθρωπος Θάμαι Ένας άνθρωπος άλλος· ένας ξένος. Ένας περιφρονημένος από φως· λυπηθείτε με. Ψάξτε την. Φωνάξτε μαζί μου. Κι αν την δείτε, κι αν σας φανερωθεί, πως μου λείπει πείτε της· μα… Σταθείτε! λέω, όχι! μη και της μιλήσετε· μη της φανερωθείτε Σα να γυρεύει κάτι αυτή που εγώ δεν ξέρω Να με βλέπει ίσως παραξενεμένο· ίσως μόνο· ίσως ξένο Αφήστε την Κάτι ξέρει που δεν ξέρω κι ούτε που επιθυμώ να μάθω Καλύτερα από φως περιφρονημένος Ένας άνθρωπος άλλος· ένας ξένος Ένας παράξενος και παραξενεμένος ._
*
(*) τίτλος ταινίας του Κώστα Βρετού, έτος παραγωγής 1982 -λεπτομέρειες πατώντας στον σύνδεσμο: αγαπάνθεμον
©Ασημίνα Λαμπράκου στις Στάχτες 15.11. 2018
φωτο: Στράτος Φουντούλης, «Μια Κυριακή στην πόλη της Λιλ»
[η προβλεπόμενη ευτέλεια της τιβί ·
21/09/2019 § Σχολιάστε
Δύο άκου, ένα λέγε

Όχι, δεν αναφερόταν σε περίφημα ζεύγη εραστών: Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Βελθάνδρος και Χρυσάντζα, Πάρις και Ελένη, Βερλαίν και Ρεμπώ, Αντώνιος και Κλεοπάτρα, Μιμίκος και Μαίρη, Σαπφώ και Γογγύλα, Εδουάρδος και Κυρία Σίμσον.
Όχι, δεν αναφερόταν η παρουσιάστρια σε ονομαστές δυάδες συναγωνιστών: Αρμόδιος και Αριστογείτων, Φιντέλ Κάστρο και Τσε Γκεβάρα, Καραολής και Δημητρίου, Χίτλερ και Μουσολίνι, Δον Κιχώτης και Σάντσο, Ταρζάν και Τσίτα.
Όχι, δεν αναφερόταν η τηλεπαρουσιάστρια σ’ \ενωμένους από τη μοίρα δύο ισχυρούς: Ναπολέων και Γουέλινγκτον, Αχιλλέας κι Έκτορας, Ελισάβετ και Μαρία Στιούαρτ, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Μωάμεθ, Βράχος και Κύμα.
Όχι, δεν αναφερόταν η τηλεπαρουσιάστρια της βραδινής εκπομπής σε ντουέτα αστέρων της Τέχνης: Τζίντζερ Ρότζερς και Φρεντ Ασταίρ, Ξανθόπουλος και Βούρτση, Νουρέγιεφ και Φοντέυν, Κορώνης και Φίλανδρος.
Όχι, δεν αναφερόταν η — κατά κομμώτριά της — ξανθή τηλεπαρουσιάστρια της βραδινής εκπομπής σε κοινής αποδοχής δίδυμα: Ανδροκλής και Λιοντάρι, Τέτζερης και Καπάκι, Αφεδρώνας και Βρακί, Μάρτης και Σαρακοστή, Βελόνα και Κλωστή, Ικτίνος και Καλλικράτης.
Όχι, δεν αναφερόταν η κατά — κατά κομμώτριά της — ξανθή, οστεώδης τηλεπαρουσιάστρια της βραδινής εκπομπής σε συνειρμικά διώνυμα: Κομμουνιστής και Καπιταλιστής, Χατζιδάκις και Θεοδωράκης, Ρήγκαν και Γκορμπατσώφ, Βουνό και Θάλασσα, Δάμων και Φιντίας, Ελύτης και Ρίτσος.
Όχι, δεν αναφερόταν η κατά — κατά κομμώτριά της — ξανθή, οστεώδης τηλεπαρουσιάστρια της βραδινής εκπομπής στα δίφορης αμάθειας ολισθήματα που έχει κάνει στο παρελθόν όταν μνημόνευε τους: Ρίμσκυ και Κόρσακωφ, Γιαννούλης και Χαλεπάς.
Αναφερόταν στη Σύρο.
Δεν είχε τίποτε άλλο να προβάλει η θαυμαστού ερέβους και εφιαλτικού γούστου εκπομπή της και έτεξε εκδήλωση στη Σύρο, για την οποία — ως και η ανωτέρω κυρία — εξανέστη. Και τότε ανέκραξε: «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Εμμανουήλ Ροΐδη, και του Μάρκου Βαμβακάρη».
Μετά από αυτή τη σύναξη, τι απομένει να σκεφτούμε; — ότι η κυρία επικοινωνεί με το μυαλό της όπως ο διάολος με το λιβάνι — ή ότι, εκεί που έφτασαν τα πράγματα, θα πρέπει πια να συνηθίσουμε στην ιδέα του φάντη-παρουσιαστή στη ρετσινόλαδο-εκπομπή;
*
[Ερρίκος Μπελιές στο περιοδικό «λέξη» τ.81, Ιανουάριος, 1989]