Πρατήριο βενζίνης
02/05/2018 § Σχολιάστε
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Είμαι η έρημη ασφαλτωμένη δημοσιά που αφήνεται
σα μεθυσμένη ανηφορίζοντας με τις μοτοσικλέτες,
αισθαντικό, ολονύχτιο φως που αγρυπνά
σ’ ερημικό πρατήριο βενζίνης – γιατί βλέπω
τα ολόκλειστα αυτοκίνητα σαν παίρνουν τη στροφή
με τις σβηστές τους μηχανές, γιατί τα βλέπω
μες στο εκτυφλωτικό τους φως να σου ανάβουν
εξαίσια υπερκόσμια μουσική – κι ακόμα είμαι
το ξαφνικό μελάνιασμα στο καθαρό λουσμένο φως
η κλειδωμένη μου φωνή μέσα στα δάχτυλα
μέσα στο σώμα
Κι εγώ μετεωρίζομαι σα φλέβα
καλοκαιριού, σα να ’χω σβήσει όλα
τα φώτα μου και περιμένω ακόμα
*
[από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985
[η χαροκόπα θυγατέρα του Κωστή Παλαμά ·
01/05/2018 § Σχολιάστε
Κωστής Παλαμάς,
Μπήκε ο Μάης
15 Χρόνια Στάχτες

![]()
“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,
στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,
μεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει
το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε μια τριγύρω νερομάννα,
γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”
*
[Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας» από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»
Από την Πρωτομαγιά του 2015 στις Στάχτες
[Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται·
30/04/2018 § Σχολιάστε
Του Γιάννη Ρίτσου

©John Beech, Photo-Painting #164, 2016 / Mixed Media
oil enamel, b/w foto, canvas on wood panel / courtesy Galerie Gisèle Linder, Basel.
Λέτε νάναι πιο φαρδειά η πύλη του θανάτου; Εδώ τελειώνω.
Δεν ξέρω παρακάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα
πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να τα βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχεναι
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά
μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός;
και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που το έλεγαν ήρωα;
Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο
κι αυτό που λένε μοίρα; Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γειά σας.
[…]
[Γιάννης Ρίτσος, Αποχαιρετισμός – Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά -εκδόσεις Κέδρος]
[To the hills’ northern face·
28/04/2018 § Σχολιάστε
Blackberrying
by Sylvia Plath

Helena Almeida, 1934 Portugal / «Dentro de mim» / black and white photography 102 x 110 cm /Courtesy Galeria Filomena Soares
Nobody in the lane, and nothing, nothing but blackberries,
Blackberries on either side, though on the right mainly,
A blackberry alley, going down in hooks, and a sea
Somewhere at the end of it, heaving. Blackberries
Big as the ball of my thumb, and dumb as eyes
Ebon in the hedges, fat
With blue-red juices. These they squander on my fingers.
I had not asked for such a blood sisterhood; they must love me.
They accommodate themselves to my milkbottle, flattening their sides.
Overhead go the choughs in black, cacophonous flocks—
Bits of burnt paper wheeling in a blown sky.
Theirs is the only voice, protesting, protesting.
I do not think the sea will appear at all.
The high, green meadows are glowing, as if lit from within.
I come to one bush of berries so ripe it is a bush of flies,
Hanging their bluegreen bellies and their wing panes in a Chinese screen.
The honey-feast of the berries has stunned them; they believe in heaven.
One more hook, and the berries and bushes end.
The only thing to come now is the sea.
From between two hills a sudden wind funnels at me,
Slapping its phantom laundry in my face.
These hills are too green and sweet to have tasted salt.
I follow the sheep path between them. A last hook brings me
To the hills’ northern face, and the face is orange rock
That looks out on nothing, nothing but a great space
Of white and pewter lights, and a din like silversmiths
Beating and beating at an intractable metal.