[στα πιο απόκρυμνα τοπία της·
30/09/2018 § Σχολιάστε
Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη (1945 – )

Louis Cane-1943, France. «Peinture vraiment abstraite» © Aurélien Mole, courtesy Ceysson & Bénétière -resin on stainless steel mesh

Τοπογραφία
Στους ηφαιστιακούς κρατήρες, στα άνυδρα φαράγγια
και στα σπήλαια·
στους καταρράκτες, στα υψίπεδα και στις σαβάνες·
στων ωκεανών τα χάσματα, στην ερημία των πόλεων,
στη δίνη του τυφώνα·
στις πύλες τις λαμπρές και στις κρυφές καταπακτές
του έρωτα,
στα πιο απόκρυμνα τοπία της ηδονής
μαζί σου.

[μυρωδάτα·
25/09/2018 § Σχολιάστε
Francis Ponge (1899-1988)


Το σαπούνι
Αν τρίψω μ’ αυτό τα χέρια μου, το σαπούνι αφρίζει, αγάλλεται…
Όσο περισσότερο τα κάνει πειθήνια, εύκαμπτα,
λυγερά, απαλά, όσο περισσότερο σαλιώνει, τόσο
η λύσσα του γίνεται ογκώδης και σιντεφένια…
Πέτρα μαγική!
Όσο περισσότερο σχηματίζεται με τον αέρα και το νερό
τσαμπιά εκρηκτικά από σταφύλια
μυρωδάτα…
Το νερό, ο αέρας και το σαπούνι
καβαλικεύονται, παίζουνε
βαρελάκια, σχηματίζουνε
συνδυασμούς λιγότερο χημικούς παρά
σωματικούς, γυμναστικούς, ακροβατικούς…
Ρητορικούς;
Πολλά μπορούν να ειπωθούν σε ό,τι αφορά το σαπούνι. Ακριβώς όλα όσα διηγείται για τον εαυτό του έως την τέλεια εξαφάνιση, έως την εξάντληση του υποκειμένου. Νά αυτό το αντικείμενο, που μου ταιριάζει.

[Μετάφραση: Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987)….

[όταν με χάνεις·
23/09/2018 § Σχολιάστε


Αποκαλύψεις
Τα χέρια μου αποκαλύπτουν
μυστικές δεντροστοιχίες
λιθογραφίες
μνήμες
στιγμών που δεν περιλαμβάνονται
στα ημερολόγια.
Τα χέρια μου καλύπτουν
τη φωτιά
όταν παιδεύεις το σκοτάδι
όταν πλαγιάζει πλάι μου
όταν με χάνεις
κι ανησυχείς.

[Μάνος Χατζιδάκις, Μυθολογία δεύτερη, ‘Αγρα 1982]

[και σ’ αγάπησα γιατί μου επέτρεψες·
18/09/2018 § Σχολιάστε
António Lobo Antunes

Χθες, Γιολάντα, που ζήτησα άδεια απ’ την υπηρεσία για να σε συνοδέψω στο ραντεβού σου στην Ένωση Διαβητικών και ξεκινήσαμε νωρίς για να μην χάσουμε το γιατρό,
————————————————————-(τόσο νωρίς που η νύχτα του ποταμού τρύπωνε με τα φώτα των πλοίων στη μέρα της πόλης)
[…] και σ’ αγάπησα γιατί μου επέτρεψες να έρθω μαζί σου στο θαύμα ενός δειλινού ή μιας αυγής όπου οι λάσπες ξεχτένιζαν τα δέντρα και τα πετρελαιοφόρα αποκτούσαν διαστάσεις καθεδρικού ναού, με αγίους, κεράκια και άγιες τράπεζες στα αμπάρια, και νότες γρηγοριανών ύμνων να βγαίνουν μαζί με τον καπνό από κάτι φουγάρα θεόρατα. Αγάπησα τους στενούς σου ώμους, τη μύτη σου που έσταζε απ’ τη γρίπη, τη φωνή σου εκνευρισμένη να μ’ επιπλήττει, τα αδύνατα πόδια κάτω απ’ την γκαμπαρντίνα, αγάπησα το εύθραυστο σώμα σου και το βάδισμά σου, καθώς διπλωνόσουν στο φλεβαριάτικο αέρα, κι αγάπησα
————————————————————-συγγνώμη
————————————————————-την αρρώστια σου που μου επιτρέπει να σε συνοδεύω ξημερώματα στη Λισαβόνα, σαν να ήμασταν ζευγάρι στα μάτια των άλλων, κι ας με κατηγορείς για το κρύωμά σου και τις κακές συγκοινωνίες, κι ας απαιτείς να βρω ένα ταξί μέσα στην ομίχλη που κρύβει τ’ αυτοκίνητα, κι ας μου φωνάζεις πως με μισείς με τα βλέφαρά σου να τρεμοπαίζουν, ολόφωτα απ’ τον πυρετό, πάνω από τα κρόσσια του κασκόλ. Εγώ έτρεχα στη διασταύρωση κι έκανα νόημα στα αυτοκίνητα, τα φορτηγά δεν μ’ άφηναν να περάσω απέναντι, τα φορτηγά που έρχονται απ’ το νότο και κατέβαιναν τη γέφυρα σείοντας τα τοιχώματα, κι όση ώρα χειρονομούσα θυμήθηκα την ταραχή της δόνα Μαρία Τερέζα, ένα απόγευμα πριν από πολλά χρόνια, στην Καλσάδα Τοζάλ
————————————————————-(κι η παιδική μου ηλικία πρόβαλε μπροστά μου αδιαφορώντας για τους θυμούς σου εκείνο το πρωί στην Αλκάνταρα, όπως προσβάλλουν τα οστά των μαρτύρων στις λειψανοθήκες)
[…]

[Απόσπασμα από (το διαβάζω τώρα): Antonio Lobo Antunes, Η φυσική τάξη των πραγμάτων, μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη]
