[για την τρέλα τόσων χρόνων που οδήγησε στον πόλεμο·

28/04/2018 § Σχολιάστε

Stefan Zweig – Στέφαν Τσβάιχ ( Βιέννη, 28 Νοεμβρίου 1881 – Πετρόπολις Βραζιλίας, 22 Φεβρουαρίου 1942)


Γιατί αυτοκτόνησε ο Στέφαν Τσβάιχ

Σε πωλήσεις βιβλίων, ο αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ αποτελεί εξαίρεση: είναι ένας από τους σπάνιους συγγραφείς που ήταν εξαιρετικά διάσημος όσο ζούσε αλλά συνεχίζει να είναι διάσημος και μετά την διπλή αυτοκτονία, μαζί με την σύζυγό του Λόττε, τον Φεβρουάριο του 1942.

Αντίθετα με πολλούς μεγάλους συγγραφείς, ο Τσβάιχ δεν γνώρισε ποτέ το σκοτάδι στις πωλήσεις. Η φήμη του είναι αιώνια.
Οι αριθμοί το αποδεικνύουν. Σύμφωνα με την εταιρεία GfK που βασίζεται αποκλειστικά στις πραγματικές πωλήσεις στα βιβλιοπωλεία, ο συγγραφέας του «Αμόκ» πούλησε τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από 3,2 εκατομμύρια αντίτυπα. Αυτό σημαίνει ότι ο Στέφαν Τσβάιχ πουλάει κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 310.000 βιβλία. 72 χρόνια μετά την αυτοκτονία του, ο αυστριακός συγγραφέας παραμένει η χρυσή ευκαιρία των εκδοτικών οίκων.

Το 2009, για παράδειγμα, το συγκλονιστικό βιβλίο του Τσβάιχ «O κόσμος του χθες -Εξομολογήσεις ενός Ευρωπαίου», ήταν δεύτερο σε καλύτερες πωλήσεις στη Γαλλία, εκδόσεις Grasset.
«Το 2009 και το 2010 το «Ταξίδι στο παρελθόν» έκανε τις περισσότερες πωλήσεις» σημειώνει η εταιρεία GfK. Ο Τσβάιχ αποτελεί πραγματικό φαινόμενο. Μόνο το 2013, 160 διαφορετικοί εκδοτικοί οίκοι είχαν τίτλους βιβλίων του στα ράφια τους. Ενα φαινόμενο μακράς πνοής που εξακολουθεί να πουλάει.

Ο Στέφαν Τσβάιχ ήταν γιος του Μόριτς Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου υφασματοβιομηχάνου και της Ίντα Μπρετάουερ, κόρη εβραϊκής οικογένειας τραπεζιτών. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881 και ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος και βιογράφος. Στις δεκαετίες 1920 και 1930 ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στον κόσμο.

Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. «Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά» δήλωσε σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την εβραϊκή ζωή ενώ επειδή ήταν Εβραίος κυνηγήθηκε μετά την άνοδο του Χίλτερ. Ηταν στενός φίλος του Φρόιντ και διατηρούσαν αλληλογραφία.

Το 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία και κατόπιν στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο και από το 1939 στο Μπαθ), και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940. Το 1941 πήγε στη Βραζιλία, στην ορεινή πόλη Πετρόπολις, 68 χλμ βόρεια του Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο ίδιος και η δεύτερη σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της, εξαιτίας του Χίλτερ και του λαϊκισμού που θέριζε την Γηραιά Ηπειρο.

Οι τελευταίες ημέρες του Στέφαν Τσβάιχ
Τον Αύγουστο του 1941 ο μακροχρονίως αυτοεξόριστος – λόγω της φονικής επέλασης του ναζισμού – Στέφαν Τσβάιχ εγκατέλειψε το ενοικιασμένο σπίτι του στη Νέα Υόρκη, όπου ολοκλήρωσε τη διάσημη πλέον αυτοβιογραφία του «Ο κόσμος του χθες», και ταξίδεψε για τελευταία φορά στη Βραζιλία.

Ύστερα από λίγες εβδομάδες στο Ρίο ντε Τζανέιρο εγκαθίσταται «σε ένα μικρό σπιτάκι με τρία κουκλίστικα δωμάτια», σε έναν τόπο όπου «το τοπίο είναι αυστριακό, μεταφρασμένο στη γλώσσα των Τροπικών», σε ένα μικρό χωριουδάκι ονόματι Πετρόπολις. «Δεν είμαι καλά. Στην Αμερική, ουσιαστικά χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μάλλον εξαιτίας μιας πληθώρας λόγων, κατέρρευσα ψυχικά» έγραφε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς σε μια εξομολογητική επιστολή του προς τον Φραντς και τη πρώην γυναίκα του Αλμα Βέρφελ.

«Εγώ και ο εαυτός μου γίναμε δύο διαφορετικά πράγματα μέσα σε όλους τους παραλογισμούς που μας φορτώνει η εποχή μας» και «αποκομμένος από όλα όσα ήταν για μένα πατρίδα (από την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη Γαλλία, την Ιταλία, τον λατινικό κόσμο), ταξιδιώτης κατ’ ανάγκην, με τις βαλίτσες του, χωρίς τα βιβλία του, με τα χαρτιά του σκόρπια να κουβαλιούνται πότε εδώ και πότε εκεί. Και με ένα μίσος απερίγραπτο, όχι μόνο για τον ίδιο τον πόλεμο αυτόν καθεαυτόν, αλλά και για την τρέλα τόσων χρόνων που οδήγησε στον πόλεμο. Ολα αυτά με πίεσαν, με συνέθλιψαν».

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1942, έχοντας παραδώσει στον εκδότη του το ύστατο έργο του, τη «Σκακιστική νουβέλα» όπου αποτυπώνονται η βαρβαρότητα και το έρεβος του ολοκληρωτισμού, αυτοκτονεί μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Λότε Αλτμαν.
«Χαιρετώ όλους μου τους φίλους. Εύχομαι να δουν και πάλι τις αυγές που θα ξημερώσουν μετά τη μακριά νύχτα! Εγώ, που ήμουν πάντα μου ανυπόμονος, προπορεύομαι» έγραφε το σημείωμα που άφησε πίσω του ο συγγραφέας και εντόπισαν ύστερα οι βραζιλιανικές Αρχές στο ταπεινό του μπανγκαλόου.

Η αυτοκτονία του προκάλεσε αίσθηση παγκόσμια, αφού ο Τσβάιχ ήταν ο πλέον πολυμεταφρασμένος και πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Μεσοπολέμου. Αυτή η πράξη που συγκλόνισε καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους, θεωρήθηκε από πολλούς ακατανόητη. Ο Τόμας Μαν μάλιστα εκφράστηκε αποδοκιμαστικά για την αυτοκτονία του, την οποία θεώρησε έναν ιδιάζοντα εγωισμό μάλλον, μια εύκολη φυγομαχία.

Πηγή

[το μεγαλειώδες με ομπρέλες·

12/04/2018 § Σχολιάστε

Του Χριστόφορου Λιοντάκη

©Jordi Alcaraz/Sense títol, 2016/Polígrafa Obra Gràfica/ Mixed Media -Art Basel, Miami Beach 2016


Ημιτελής

Στον Κ.Κ.

Ερωτήματα χαραγμένα στους βράχους
μειδιάματα στους επισκέπτες.
Παρείσακτος στην απογευματινή αστάθεια, πολλαπλασιάζοντας
τα ερωτηματικά, την οδηγείς στην αταξία.
Σμίγουν τα χέρια μας, καθώς αγκαλιάζουν το πουλάρι
Κι ο ιδρώτας τρυφερός συναντά στις παλάμες μας το σάλιο του
καθώς εκείνο αθώα τις γλείφει.
Το σμίξιμο στην τραχιά επιφάνεια του τζην
καταδικασμένο στο ημιτελές.
Όπως και ο τάφος δίπλα μας, ημιτελής,
επισκοπεί το χλοερό σκοτάδι του κτήτορα.
Ίχνη από κίονες και άνθη, υποψία αετώματος,
χωρίς κεκοιμημένους το σκωτεινό κοίλωμα χάσκει.
Καπνός από κλαδιά που καίγονται και φωνές
που δεν εξαργυρώνονται.
Το αναστημένο μέγεθος με τη φαντασία μόνο
– απροσμάχητος το κράτος του τζην και τ’ αλαζονικά κουμπιά.
Το σκήνωμα του κτήτορα μετέωρο
ταξιδεύει με τα χαμένα πλούτη – χρόνοι δίσκτοι.
Σαν σαύρα η ειρωνεία – αλεξίσφαιρο του ανείπωτου –
παραμονεύει, κι η βροχή σιγοντάρει
μουλιάζοντας την άμμο, τους εξηγητές, τους επισκέπτες
την πέτρα που γλιστρά, το μεγαλειώδες με ομπρέλες.
Ο καφές ζεστός κατακάθεται στις υστερομαντείες.
Απαύγασμα ειρωνικό οι κούρσες σου ανάμεσα
στων Ναβαταλιων τα ίχνη, τα ρωμαϊκά λιθόστρωτα, τα βυζαντινά
ψηφιδωτά και τους βρεγμένους Ευρωπαίους να ελπίζουν.
Πήγασος εσύ το παίζεις τώρα
με στεγνά χέρια πάνω στη βρεγμένη χαίτη,
αφήνοντας πίσω, ημιτελή πάντα, τον τάφο.
Το φως σε ύφεση κλείνει το μάτι
σ’ ένα κόκκο άμμου, στο εγώ.


[περιοδικό «η λέξη» Γενάρης-Μάρτης 2005, τ. 183]

[όσα ψηφίσματα τιμητικά κι αν·

09/04/2018 § Σχολιάστε

Του Κωνσταντίνου Καβάφη

©William Anastasi Without Title (Subway Drawing, 4.14.12, 23rd (10th to 7th) Raphael Street), 2012 -courtesy Galerie Jocelyn Wolff, Paris

Ο Θεόδοτος

Aν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς,
την επικράτησί σου κύτταζε πώς αποκτάς.
Όσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματά σου
στην Ιταλία και στην Θεσσαλία
όσο κι αν διαλαλούν η πολιτείες,
όσα ψηφίσματα τιμητικά
κι αν σ’ έβγαλαν στη Pώμη οι θαυμασταί σου,
μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,
μήτε ανώτερος — τι ανώτερος; — άνθρωπος θα αισθανθείς,
όταν, στην Aλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,
επάνω σε σινί αιματωμένο,
του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.

Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —
αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

[Το σεντούκι·

08/04/2018 § Σχολιάστε

Του Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

©Kristin Oppenheim, Golden Dragon, 2015, courtesy 303 Gallery -New York, NY 10011

Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, χωρίς φωτογραφίες κι άλλα μικρο-πράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μές στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί, Αυτό δεν είν’ αλήθεια· η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός κι αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν’ ανοίγω το σεντούκι και ν’ ανασύρω από εκεί κάποια απ’ αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν’ ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν’ ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής κι οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.

[Από τη συλλογή Το υπόγειο, εκδόσεις Νεφέλη, 2004]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.