τα φώτα στη μαρκίζα

22/11/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο τα φώτα στη μαρκίζα

«Είμαστε όντα που μας κοιτάζουν, μέσα στο θέαμα του κόσμου» σημειώνει για μας ο Maurice Merlot-Ponty. Ας πούμε λοιπόν καθαρά ότι αν κάποιος είναι δειλός εραστής δεν έχει παρά να σβήσει το φως, γιατί αν φοβάσαι το βλέμμα στο φως, τότε χώνεται κάτω από τη κουβέρτα του υποσυνείδητου. Άλλωστε τις περισσότερες φορές ο ερωτικός λόγος προφέρει αλήθειες καλύτερα στη μοναξιά, ας πούμε εκείνες τις ώρες αναμονής σε κάποια όχθη, έστω κοντά σε ένα ρείθρο πεζοδρομίου. Σκέφτεσαι με εκείνη την νεκρική ύπνωση και χάνεσαι εκεί όπου δεν υπάρχει πια θέση πουθενά για σένα, “σε πιάνει μία ήπια αιμορραγία που δεν εκδηλώνεται σε κανένα μέρος του σώματος”, κάπως έτσι το λέει ο Roland Barthes. Δεν έχεις άλλη επιλογή, βγαίνεις εκτός της επιρροής του μοιραίου. [παύση, εισπνοή, αλλοτινό βίωμα] Τα παιδιά τα είχαμε γνωρίσει στις τραμπολίνες. Αν δεν θυμάσαι σου λέω ότι ο χώρος των τραμπολίνων συνόρευε με την πρόχειρη εξέδρα. Τα βράδια μετά το δείπνο όποιος επιθυμούσε ανέβαινε και τραγουδούσε. Ανάβαμε φωτιές στις όχθες του Vaal τον μεγάλο παραπόταμο του Orange River. Κοιτάγαμε πέρα από τους θάμνους, πίσω από τις καμπίνες, την λατρεία του ήλιου, κορμάκια μαυρισμένα, γυαλιστερά. Την όμορφη μελαχρινή στη ξαπλώστρα, μαζί της ο ψηλός ο ξανθός, o κολλημένος στο βλέμμα της, πρόκειται για στρατηγική ανοιχτού αφηγηματικού κειμένου, μια επίκληση που περιμένει επαλήθευση. Μια ρομαντική ανοιχτοσύνη. Ψίθυροι που διαστέλλονται και την επομένη συστέλλονται αυτά θα μπορούσα να σημειώσω σε μία οικογενειακή εκδρομή των νοτιο-αφρικανικών παιδικών μου χρόνων. [ανάσα, δισταγμός, έντονη επιθυμία] Γλίστρησε το βλέμμα του ανάμεσα στις γυμνές γυναικείες γάμπες και στάθηκε στο αριστερό μέρος της φωτεινής μαρκίζας που αναβόσβηνε κάτι που• το εξέλαβε σαν πρόσκληση, μάζεψε το κουρασμένο σώμα του μεταφέροντάς το στην είσοδο, μπροστά στην κλειστή μεταλλική πόρτα. [πεντέμισι και κάτι θρυμματισμένα όνειρα] Όλοι έμαθαν το κυρίαρχο στα πρωτοσέλιδα και δεν έχουν ιδέα ποιον έχουν πίσω τους θαμμένο. [Joseph Konrad] The artist appeals to that part of our being… which is a gift and not an acquisition –and, therefore, more permanently enduring. [ψίθυροι και πάλι] Ένιωθα τους άλλους να μισοκοιμούνται πλάι μου καθώς συγκέντρωνα το βλέμμα στο τρεμάμενο φως του επιτραπέζιου φωτός, έξω οι παφλασμοί γίνονταν νωχελικοί, φανταζόμουν τις γκριζογάλανες ανταύγειες της θάλασσας κι αυτή τη φορά δεν θα καταφέρω να καταγράψω καμία μυστηριώδη σχισμή, θα αγνοήσω τα πάντα για σήμερα [William Wordsworth] Strange fits of passion have I known: And I will dare to tell, But in the lover’s ear alone, What once to me befell.

.

.

photographer unknown, 1930.

caritas

18/10/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο caritas

Θυμάμαι, αναρωτιόσουν. Πόσο ευκολότερα περιγράφει κανείς μια γνώριμη εμπειρία συζητώντας την με άλλους ή με τον εαυτό του. Πόσο εύκολα ελέγχεται η έκφραση επάνω στη συζήτηση. Στον γραπτό λόγο αναζητάς μονίμως περιστασιακά άλλοθι, πληθαίνει η ζήτηση των καταφύγιων στις δύσκολες ώρες των συνεχών, πολύτιμων άλλωστε παύσεων που, ενίοτε αποδεικνύονται πιστοί παραστάτες, σύντροφοι στην υπέρβαση και, γνωρίζεις καλά, ό,τι από ειπωμένο γίνεται γραμμένο αποκτά ισχύ, προάγει το έδαφος σε έδαφος πολύτιμο, έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μέρη που κανείς ποτέ δεν διάβηκε -έστω κι αν ξέρεις ότι αυταπατάσαι όμως· κρύο βροχή άνεμος τυφώνας όλα· σε αφήνουν ανέπαφο· βρίσκεσαι σε μονοπάτια άλλα. Μακάρι να γνώριζα νωρίτερα, τη γοητεία της διάλυσης, της ανασύνταξης και τις όποιες μαγικές απειλές που κρύβουν οι γραπτοί στίχοι. Τώρα, τα χρόνια εμφανίζουν επάνω μου αμέτρητα στρώματα σκουριάς, νιώθω σαν εκείνα τα παλαιά όπλα βουτηγμένα σε σκόνη συντήρησης, όπλο άοπλο πολεμικού μουσείου. Εξ ου κι ο αιώνιός μου

δισταγμός.

.

.

photo©George Eastman, 1971

.

.

ο παράδεισος, στην άλλη γωνία

10/10/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ο παράδεισος, στην άλλη γωνία

Ο φίλος Hans μου προσέφερε δώρο, προχθές βράδυ, το βιβλίο –στη γαλλική μετάφραση- του (πρόσφατου) νομπελίστα, ισπανό-περουβιανού Mario Vargas Llosa «Le Paradis –un peu plus loin» το οποίο είχα πριν από αρκετά χρόνια διαβάσει στην ελληνική μετάφραση των εκδόσεων Καστανιώτη με τίτλο «Ο Παράδεισος στην άλλη γωνία». Το βιβλίο αυτό μάλλον θα έχει εξαντληθεί από την ελληνική αγορά, το δικό μου αντίτυπο –ευτυχώς- βρίσκεται καταχωνιασμένο σε κάποιο ράφι βιβλιοθήκης. Προχθές Παρασκευή. Κατεβαίνουμε όλοι παρέα από το διαμέρισμα του Ramόn και της Loretto, στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο σε· μια υπέροχη βρυξελλιώτικη φθινοπωρινή βραδιά κατευθυνόμενοι για το εστιατόριο του προορισμού μας· αίφνης: η πικρόχολη οπτική αποκάλυψη στην γωνία της Place St. Catherine ότι ανάμεσά μας –δεν μπορεί– θα πρέπει να βρίσκονταν και ο βέλγος σουρεαλιστής εικαστικός Magritte, το λέω αυτό διότι, επαναλαμβάνω, στη γωνία της Place St. Catherine, αντικρίζω τον παραδοσιακό βελγικό σουρεαλισμό στην πράξη, δίπλα-δίπλα βρίσκονται και συμβιώνουν ο «Οίκος του Τσίρκου» με το βελγικό «Ταμείο Ανεργίας» -αντίστοιχο του δικού μας «ΟΑΕΔ». Η οπτική αυτή αποκάλυψη είναι ίσως από τις εγκυρότερες ερμηνείες της κοινωνικής πραγματικότητας που είδα ποτέ να ξεδιπλώνεται μπρος στα μάτια μου. Τσίρκο – ταμείο ανεργίας.

Κανείς παράδεισος δεν περιμένει στο άλλο άκρο -γωνία- της πλατείας, παρά μόνο ένα πανέμορφο κτίριο art-deco των αρχών του εικοστού αιώνα, κατασκότεινο -με τη φθορά της υγρασίας, της ρύπανσης. Κτίριο μοναχικό, εγκαταλελειμμένο.

.

.

(μ)βρυξέλλες, Ζοζέ Σαραμάγκου

23/06/2010 § Σχολιάστε

άφησα να περάσει λίγο διάστημα από την προηγούμενη Παρασκευή 18.06, τότε που άφησε την τελευταία του πνοή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, πριν αναρτήσω εδώ την δική μου ασήμαντη εμπειρία με έναν από τους συγγραφείς της καρδιάς μου. Θεωρώ αυτές τις -μικρές έστω- αποστάσεις, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, χρήσιμες.

2006. Μόλις είχε μπει ο Μάρτης. Ένα συνηθισμένο ψυχρό βρυξελλιώτικο βραδάκι. Παρέα με τον πορτογάλο φίλο Αουρέλιου παρκάρουμε στην Place Marie-Louise, μερικά μέτρα από την Rue Taciturne 43, τη διεύθυνση του πορτογαλικού βιβλιοπωλείου Orfeu, εκεί όπου θα μιλούσε ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Ο Αουρέλιου ήρθε κυρίως για μένα, αναγνωρίζει την λογοτεχνική αξία του συγγραφέα, όμως διαφωνεί με το αλαζονικό, απότομο ύφος του Σαραμάγκου σαν άνθρωπο από παλαιότερες δηλώσεις του στην Πορτογαλία, κυρίως δε, με τις πολιτικές και τις (μη) θρησκευτικές του απόψεις, εγώ με τη σειρά μου διαφωνώ με τον Αουρέλιου, με αφορά ο δημιουργός, θαυμάζω τη γραφή, το ύφος, την καυστική του ματιά, κυρίως την εκλεπτυσμένη ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό του.

Μαζί μου κουβαλώ όλες τις μεταφράσεις της Αθηνάς Ψυλλιά των εκδόσεων Καστανιώτη, ό,τι είχε εκδοθεί έως τότε στην ελληνική γλώσσα ήταν στην κατοχή μου. Ποτέ δεν έχω έως τώρα ζητήσει από συγγραφέα να μου υπογράψει βιβλίο, αλλά να, ο Σαραμάγκου είναι κατά την υποκειμενική μου άποψη, κάτι σαν Ντος Πάσος, ένας σύγχρονος Τζόϋς, ο τρόπος της γραφής του ταιριάζει απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία μου.

Το βιβλιοπωλείο ήταν γεμάτο έως έξω τα σκαλοπάτια της εισόδου, στο βάθος δεξιά διακρίνω τη φιγούρα του συγγραφέα μέσα σ’ ένα γκρίζο κοστούμι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση –χα χα, λες και έπαιρνα μυρουδιά από πορτογαλικά – είχε ήδη αρχίσει την ομιλία του. Με φυσικό βαλκανικό μπρίο, και με διακριτικό βήμα-σπρώξιμο-βήμα πλησίασα στα δυο-τρία μέτρα απόσταση από τον συγγραφέα, ο Αουρέλιου είχε χαθεί κάπου πίσω στο πλήθος.

το βιβλιοπωλείο Orfeu, Βρυξέλλες

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου τελείωσε την ομιλία, κάθισε στο γραφείο που του είχαν ετοιμάσει. Καμιά εκατοστή άτομα με ένα-δυο βιβλία στο χέρι έκλεισαν αίφνης ασφυκτικά το χώρο γύρω του. Βραχυκυκλώθηκε ο βαλκάνιος μέσα μου. Δεν είχα ένα-δυο βιβλία, αλλά τουλάχιστον –αν θυμάμαι σωστά- έξι. Για καλή τύχη βρέθηκα πρόσωπο-με-πρόσωπο με ένα παλιό πορτογάλο φίλο από την Κομμισιόν, του είπα το πρόβλημα, τότε θα πας στη γυναίκα του συγγραφέα μου λέει, την Πιλάρ, και που βρίσκεται, μα στέκει δίπλα σου, να σε συστήσω, από εδώ ο έλληνας φίλος μου, εικαστικός, έχει ελληνικές μεταφράσεις του Ζοζέ κλπ. συστηθήκαμε, ωραίο, ευγενικό το χαμόγελο της κ. Πιλάρ, μιλήσαμε, μου πήρε τα βιβλία και τραβώντας με από το χέρι με οδήγησε στο πλάι του. Τα υπέγραψε ευχαρίστως όλα, αν και• στα τελευταία δύο ένιωσα τη δικαιολογημένη δυσφορία του, όταν τελείωσε με διόρθωσε με σχετική αγανάκτηση διότι επέμενα να τον αποκαλώ Σαραμάνγκου αντί Σαραμάγκου, γκου μου λέει, όχι νγκου. Μη νομίζετε ότι δεν πρόσεξα το «έλεος» που μου εκσφενδόνισε το βλέμμα του.

Το κάνω συχνά αυτό με ονόματα ανθρώπων που εκτιμώ, να έχω να τους θυμάμαι.


– Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του εδώ.
– Ο Σαραμάγκου ήταν και blogger

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the racontes category at αγριμολογος.