[H ηθική συμπεριφορά του συγγραφέα Πέτερ Χάντκε και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας ·
19/11/2019 § Σχολιάστε

Ο τεθλιμμένος πολιτικός συγγενής Πέτερ Χάντκε μιλώντας σε πολιτική συγκέντρωση στο Ποζάρεβατς, γενέτειρα του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, λίγο πριν την κηδεία του δολοφόνου της Γιουγκοσλαβίας, στις 18 Μαρτίου 2006. [photo ©Petar Pavlovic AP -επεξεργασμένη για τις ανάγκες του αγριμολόγου]
Ο οπαδός της νεκροφιλίας και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας
Από τον ©Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη στην Athens Review of Books
Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, μτφρ. Θεοδώρα Τσόκα, Εξάντας 1998, σελ. 174
Πέτερ Χάντκε, Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια. Σημειώσεις μετά από δύο ταξίδια στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του πολέμου, Μάρτιος και Απρίλιος 1999, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου, Εξάντας, Αθήνα 2000, σελ. 122
1.
Αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι η ηθική συμπεριφορά του συγγραφέα Πέτερ Χάντκε, η πνευματική του εντιμότητα ή ανεντιμότητα και η στοιχειώδης κατανόηση των ιστορικών συμβάντων. Πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια από την έκρηξη του σερβικού λαϊκισμού το 1987, με τον Μιλόσεβιτς, εκτός από τον έλεγχο της μονοκομματικής εξουσίας, να επιχειρεί την υποταγή της Γιουγκοσλαβίας στις δικές του ορέξεις. Η «επιχείρηση Σερβία» ήταν εύκολη με τον έλεγχο των ΜΜΕ, τις διαγραφές στελεχών και τον έλεγχο του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών. Αλλά οι φιλοδοξίες του μεγαλύτερου μαζικού κινήματος στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ακόρεστες και ανιστόρητες. Στο Βελιγράδι η συμπαράταξη με τον λαϊκισμό ήταν ολόθερμη και εκφραζόταν με το σύνθημα «Αφήστε τον τρελό πέντε λεπτά να καθαρίσει!».
Όποιος όμως είχε στοιχειώδη γνώση της εθνοτικής σύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας και της ιστορίας της ήξερε ότι η επιβολή ενός μέλους της Ομοσπονδίας ήταν αδύνατη με τη βία. Το 1987-1991 στη Σερβία όλοι απορούσαν με την «Κροατική σιωπή» έως ότου εμφανιστεί το αντίπαλο δέος, ο Τούτζμαν, με τον δικό του λαϊκισμό και στη συνέχεια η ομογενοποίηση των Μουσουλμάνων στη Βοσνία και η ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων στο Κοσσυφοπέδιο. Στο Βελιγράδι οι διανοούμενοι εκείνοι οι οποίοι έβλεπαν μοναχικά πού οδηγεί η παράνοια ήταν μερικές εκατοντάδες.
Αλλά ο Μιλόσεβιτς προχώρησε εκεί όπου είχε σερβικούς πληθυσμούς, ουσιαστικά στην Κράινα της Κροατίας, όπου υποκίνησε τον σερβικό πληθυσμό δίνοντάς του όπλα και με τη βοήθεια του στρατού κατέλαβε το 1991-1992 το 28% της Κροατίας. Η πιο βάρβαρη επιχείρηση έγινε στη Βοσνία, όπου το 1992-1995 ο Μλάντιτς με τον σερβικό στρατό κατέλαβε το 70% των εδαφών της. Η πολιορκία του Σεράγεβου από τον Απρίλιο του 1992 έως τον Αύγουστο του 1995, με 12.000 νεκρούς, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, ζώντας στην παγωνιά, η γενοκτονία της Σρεμπρένιτσας στις 11 Ιουλίου 1995 με 8.300 δολοφονημένους, ενώ στη Φότσα, στο Βίσεγκραντ, στο Πριέντορ και αλλού έγινε εθνοκάθαρση με χιλιάδες νεκρούς, βιασμούς και ταπείνωση των πληθυσμών. Επιπροσθέτως η βαρβαρότητα αφήνει πίσω της το δηλητήριο του μίσους για τις επόμενες γενιές, ενισχύει τον ρατσισμό και καταργεί τη σκέψη.
Τα εγκλήματα αυτά τα διέπραξαν οι σερβικές παραστρατιωτικές ομάδες του Αρκάν και του στρατηγού Μλάντιτς, ενώ στη Σερβία έως τις 23 Μαρτίου 1999 δεν είχε πέσει ούτε μία βόμβα. Για όσους αρνούνται αυτό που συμβαίνει γύρω τους υπάρχει μια δικαιολογία, ότι όλοι διέπραξαν εγκλήματα. Αλλά μπορείς να βάλεις στην ίδια θέση τον επιτιθέμενο με τον άοπλο αμυνόμενο, ή αυτόν που έχει προετοιμαστεί και εξοπλιστεί με το αθώο θύμα του;
Η διαφορά του σκεπτόμενου διανοούμενου και του οπαδού είναι η υπεράσπιση αξιών, η πνευματική εντιμότητα και η αποφυγή έκπτωσής του σε φανατικό που μετατρέπεται σε χειραγωγούμενη μάζα. Βέβαια, και τα ελληνικά ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, υποστήριξαν την εγκληματική δράση των Κάρατζιτς-Μλάντιτς, οδηγώντας τον πρώτο να εκστομίσει παραληρώντας το αμίμητο: «Μόνο ο Θεός και οι Έλληνες είναι μαζί μας!». Ωστόσο λησμόνησε τον Χάντκε με τις ανοησίες του, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο απόκρυψης των εγκλημάτων, και ενός μακρόσυρτου εγκωμιασμού της σερβικής φύσης, με τους ποταμούς, τα βουνά και τις πεδιάδες, που θα σκέπαζαν τα εγκλήματα ή θα τα εξαφάνιζαν με την αναγωγή τους σε άλλους ιστορικούς χρόνους.
Τελικά όλοι αυτοί οι βαλκάνιοι εκδοροσφαγείς συγκεντρώθηκαν στα κελιά της Χάγης για να συγκροτήσουν τη Μεγάλη Σερβία που ονειρεύτηκαν. Στόχος τους ήταν η κατάληψη και ενίσχυση της εξουσίας και όχι κάποια προσφορά στον σερβικό λαό. Η συμπεριφορά τους ήταν βάρβαρη, αφού, στις αρχικές φάσεις, είχαν εγγυημένη την ατιμωρησία, έως ότου αντιδράσει η διεθνής κοινότητα, επεμβαίνοντας το 1995 στη Βοσνία και το 1999 στη Σερβία. Αλλά η βαρβαρότητα είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Τι καταλαβαίνει, τι καταδικάζει και ποια συνείδηση διαμορφώνει ένας διανοούμενος μέσα σ’ αυτή την κόλαση; Ο Χάντκε διάλεξε τον πιο εύκολο δρόμο: Πήγε κόντρα στους ευρωπαίους διανοούμενους και υποστήριξε τα εγκλήματα του σερβικού εθνικισμού. Ταυτίστηκε όχι με κάποια μυθική Σερβία, αλλά με την παρανοϊκή και εκτός ιστορίας «πολιτική» του Μιλόσεβιτς. Και βέβαια ο Μιλόσεβιτς τα κατάφερε! Η Σερβία συρρικνώθηκε χάνοντας το Κοσσυφοπέδιο, οι Σέρβοι της Κροατίας γύρισαν πρόσφυγες, και εγκλήματα φρικτά θα βαραίνουν τις επόμενες γενιές των Σέρβων. Ταυτόχρονα εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και επιστήμονες εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ ο λαϊκισμός κυριάρχησε στην «πολιτική» σκηνή, καταργώντας οποιοδήποτε ίχνος δημοκρατίας.
Η κοινωνία καταστράφηκε, αλλά ο Χάντκε χάρη στην σουηδική επιτροπή κέρδισε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Η στάση του Χάντκε είναι αυτή του οπαδού που υποστηρίζει τυφλά το είδωλό του, κλείνοντας τα μάτια και τα αυτιά στην φρίκη και στις οιμωγές των θυμάτων, καταργώντας τον εξωτερικό κόσμο και ικανοποιώντας τον άρρωστο ναρκισσισμό του. Τα κείμενά του είναι ένας γελοίος ύμνος στην απόκρυψη του εγκλήματος και ταυτόχρονα εγκωμιασμός των θυτών. Το θράσος του είναι ανεπανάληπτο, εφόσον αποσιώπησε όλα τα εγκλήματα της περιόδου 1991-1999, καταδικάζοντας τους βομβαρδισμούς της Σερβίας που σήμαναν το τέλος του πολέμου.
Ο Χάντκε είναι φανατικός οπαδός και ταυτόχρονα ρατσιστής εφόσον ταυτίζει έναν ολόκληρο λαό με τον δήμιό του, αφού δεν βλέπει ότι τα μεγαλύτερα θύματα χειραγώγησης είναι οι Σέρβοι. Εδώ πια τα εδάφη, τα σύνορα, η ιστορία και οι μύθοι κατάργησαν τους ανθρώπους, τις αξίες, την εντιμότητα, για να τα μετατρέψουν όλα σε άμορφη μάζα. Στην περίπτωσή μας ήταν σπάνιοι οι διανοούμενοι που έπαιξαν τον ρόλο τους, όπως συμβαίνει πάντα σε σκοτεινούς καιρούς, επιβεβαιώνοντας το αξίωμα ότι ο άξιος του ονόματός του διανοούμενος δεν έχει ανάγκη του χειροκροτήματος των πολλών, αλλά είναι ήρεμος με τη συνείδησή του. Ο Χάντκε, όπως ήδη επισημάναμε, πήγε κόντρα στους ευρωπαίους διανοούμενους, έχοντας πίσω του όλο τον μηχανισμό προπαγάνδας του Μιλόσεβιτς και το τεράστιο εθνολαϊκιστικό του κίνημα. Αυτό συγκροτούνταν από μια τυφλή μάζα, όπου η εξουσία έλεγχε τα πάντα, ενώ οι χειραγωγοί διανοούμενοι ικανοποιούσαν την εγκληματική τους ελαφρότητα παρακολουθώντας την αδυναμία των θυμάτων τους.
Ας περάσουμε τώρα στην αφελέστατη προσπάθεια απόκρυψης αυτών που συνέβησαν, με το ταξίδι του Χάντκε στη Σερβία στα τέλη του 1995, αποτυπωμένη στο βιβλίο που εκδόθηκε το 1996 με τον απολογητικό τίτλο, εν συντομία, Δικαιοσύνη για τη Σερβία.
Προετοιμαζόμενος για τον λίβελο-απολογητική του ο Χάντκε ρίχνει βολές κατά των διεθνών ΜΜΕ, ότι αυτά κατασκευάζουν την ψεύτικη εικόνα: «όταν νομίζω ότι βλέπω μαζί με τη γυναίκα που κλαίει γοερά, πίσω από το φράχτη του στρατοπέδου,… και την υπάκουη στάση της προς τις εντολές του φωτογράφου του διεθνούς πρακτορείου Τύπου» (σ. 35). Το πρόβλημά του είναι ότι δεν παρουσιάζουν θύματα Σέρβους. Το βλέμμα του δεν στρέφεται στα πραγματικά θύματα, αλλά αναζητά άλλα, «δικά του», για να παρουσιάσει την ψεύτικη εικόνα του. Ο Χάντκε μέσα από τις δύο εκατομμύρια βόμβες που έριξαν τα καλοθρεμμένα «παλικάρια» του Μλάντιτς στο Σεράγεβο, με απολογισμό 12.000 νεκρούς, προσπαθεί να βρει τις δύο τις οποίες έριξαν κάποιοι άλλοι. Ο βομβαρδισμός του Ντουμπρόβνικ τον απασχολεί επίσης με αγωνία: Μήπως δεν το βομβάρδισαν οι Σέρβοι, αλλά ήταν κάποια βλήματα που ξέφυγαν;
Ο Χάντκε περιγράφει με έναν διεστραμμένο θαυμασμό τη σερβική φύση: «[Τ]α ποτάμια, και τι ποτάμια! Και όποιος θα ήθελε να ζήσει καμιά φορά το ιδιαίτερο μιας τέτοιας χώρας (μόνο ποτάμια και πουθενά στον ορίζοντα η θάλασσα), αυτός πρέπει να επισκεφθεί τη Σερβία» (σ. 90-91). Αυτή η φύση, με τα βουνά και τις πεδιάδες της, καλύπτει το κενό στο βλέμμα του συγγραφέα που προσπαθεί αφελώς, μέσα από αυτήν, να βρει «Δικαιοσύνη για τη Σερβία». Μέσα από τη γεωγραφία θέλει να κρύψει την ανθρώπινη διάσταση, τα εγκλήματα και την αλήθεια. Ο Χάντκε βέβαια, μ’ αυτόν τον τρόπο, απευθύνεται σε χειραγωγημένες μάζες και όχι σε πολίτες.
Ο Χάντκε έχει το «θάρρος», που μετατρέπεται γρήγορα σε θράσος, να επισκεφθεί και τη Σρεμπρένιτσα, μερικούς μήνες μετά τη γενοκτονία του Ιουλίου 1995. Όταν επέστρεψε η Σ. τον ρώτησε: «Δεν θ’ αρνηθείς τώρα και τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα;». «Όχι, βέβαια», της απάντησα, «αλλά θα ήθελα να ξέρω ποια εξήγηση μπορεί να υπάρξει για μια τέτοια σφαγή, που έγινε, όπως λένε, κάτω από τα μάτια της παγκόσμιας δημοσιότητας». «Γιατί λοιπόν σκότωσαν τόσες χιλιάδες; Ποιο ήταν το κίνητρο; Ποιος ο σκοπός;» (σ. 95). Ο Χάντκε δεν έβλεπε τον Μλάντιτς να κάνει άρση βαρών, να φωνάζει ότι έδιωξε τους Τούρκους-Μουσουλμάνους από τη Σρεμπρένιτσα, ούτε κατάλαβε τίποτα από την πολιορκία του Σεράγεβου, τι σκοπό είχαν όλα αυτά, διότι, απασχολημένος καθώς ήταν με τη γεωγραφία, τα ποτάμια και τα βουνά της Σερβίας, αγνοούσε τι σημαίνει εξουσία, δεν αναρωτιόταν για τους στόχους του Μιλόσεβιτς, του Μλάντιτς και του Κάρατζιτς. Ο Χάντκε είχε κλειστεί σε έναν κόσμο όπου μόνο η προπαγάνδα είχε νόημα για να ενισχύσει την ταύτισή του με τη βαρβαρότητα των μαζών. Δεν είναι δυνατόν να καταδικάσει τα εγκλήματα του καθεστώτος Μιλόσεβιτς αφού έτσι θα καταδίκαζε και θα πρόδιδε τη δική του αποστολή. Κατακεραυνώνει πάντως τα διεθνή ΜΜΕ, «ότι αυτοί οι δημοσιογράφοι δεν γράφουν μόνο με έπαρση αλλά γράφουν και ψέματα» (σ. 96).
Ο Χάντκε στο νεκροταφείο του Βίσεγκραντ βλέπει Σέρβους νεκρούς που έπεσαν στον πόλεμο το 1992, γράφοντας με θαυμασμό ότι κάθε νεκρός «ήταν ντυμένος συνήθως με τη στρατιωτική στολή και με όπλα βαριά, και κάτω από το όνομα πρόσθεταν πάντα και το: Σέρβος αγωνιστής» (σ. 131). Τι ωραία περιγράφει τη φύση του ποταμού Δρίνου, αλλά βέβαια δεν γνωρίζει τίποτε για το φράγμα που είχε βουλώσει από τα πτώματα των θυμάτων το 1992, ούτε για τους εκατοντάδες βιασμούς στο ξενοδοχείο της πόλης. Ο Χάντκε θα μπορούσε να μάθει αν ρωτούσε τους λίγους διανοούμενους στο Βελιγράδι που ντρέπονταν για τα εγκλήματα των ομοεθνών τους. Αλλά ο Χάντκε ταυτίζεται μόνο με τις χειραγωγημένες μάζες.
Για τα τζαμιά που καταστράφηκαν στο Βίσεγκραντ ρώτησε και πήρε την απάντηση: «Ήταν ανάγκη. Μέσα στο ένα, έτσι μου είπαν, είχαν αποθηκεύσει τα μεγάλα όπλα και στο άλλο τα πυρομαχικά» (σ. 150). Έτσι εξηγούνται όλα. Η προετοιμασία του πολέμου από τον Μιλόσεβιτς από το 1987, η κατάληψη του 28% της Κροατίας το 1991-92 και του 70% της Βοσνίας από το 1992-95 έδειχνε ποιος είχε προετοιμαστεί για τον πόλεμο. Απλώς ο Χάντκε ψάχνει κάποια περίεργη βόμβα και τις «συνωμοσίες» των διεθνών ΜΜΕ.
Ο Χάντκε δεν προσπαθεί απλώς να αποκρύψει τα εγκλήματα, αλλά επιχειρεί να τα αναγάγει όλα στην ιστορία και την προϊστορία. Εδώ πια υπάρχει τεράστιος χώρος για να αποκρύψεις τα σύγχρονα εγκλήματα και να δικαιώσεις την προπαγανδιστική σου φαντασίωση. Ο Χάντκε επιχειρεί θρασύτατα να συγκρίνει τους Σέρβους της Βοσνίας με τους Ινδιάνους που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους: «Θα ανακαλύψει κάποιος κάποτε, σε λίγο, ποιος; Κάποια ομοιότητα των Σέρβων της Βοσνίας με αυτούς τους Ινδιάνους;» (σ. 174). Δεν χρειάζεται να τον αναζητήσουμε, αυτό το απίθανο ερώτημα το έθεσε ο ίδιος, και πράγματι αυτό και μόνο αξίζει ένα βραβείο Νόμπελ.
2.
Το δεύτερο βιβλίο που αφιέρωσε ο Χάντκε στην υποστήριξη του καθεστώτος Μιλόσεβιτς είναι το Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια, (Εξάντας 2000), αναφερόμενος στο ταξίδι που έκανε από τις 31 Μαρτίου ως τις 3 Απριλίου 1999, δηλαδή πέντε μέρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών το βράδυ της 24ης Μαρτίου. Τώρα πια ο Χάντκε βρήκε κατεστραμμένες γέφυρες και κτίρια, στο Βελιγράδι, στο Πάντσεβο, στο Νις, στο Αλέξινατς, είδε γκρεμισμένη την τηλεόραση του Βελιγραδίου κ.λπ., κάτι που δεν ήθελε να δει τα προηγούμενα οχτώ χρόνια, από τον Ιούλιο του 1991, με τη δράση του σερβικού στρατού, στη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, με τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσας, την πολιορκία του Σεράγεβου και τα εγκλήματα κατά των Αλβανών. Ο Χάντκε δεν σεβάστηκε τα 110.000 περίπου θύματα της περιόδου 1991-1999, αλλά πόνεσε για τα 800-900 θύματα των βομβαρδισμών, από τα οποία τα μισά ήταν περίπου Αλβανοί. Κάθε νεκρός δικαιούται τη θλίψη μας, αλλά εδώ μιλάμε για τόσο επιλεκτική ευαισθησία που τελικά σημαίνει αναισθησία.
Ο Χάντκε επιτίθεται με μανία κατά των δυτικών ΜΜΕ, για την παραπληροφόρησή τους, βάζοντας σε εισαγωγικά όλα όσα υποτίθεται δεν έκαναν οι Σέρβοι αλλά τους απέδωσαν οι προπαγανδιστές της Δύσης. Τίποτε από τα παρακάτω δεν έγιναν την προηγούμενη οκταετία κατά τον συγγραφέα: «Σφαγές», «στρατόπεδα συγκέντρωσης», «γενοκτονία», «εθνική κάθαρση», «μαζικοί βιασμοί», «ορδές», «χασάπηδες», «φιλοσέρβος» και σε ανάλογα γκροπλάν «χέρια σε συρματοπλέγματα» (έστω και αν είναι σύρμα για περιφράξεις) (σ. 20). Επαναλαμβάνουμε: όλα τα παραπάνω, σε εισαγωγικά, κατά τον συγγραφέα δεν συνέβησαν ποτέ και είναι αποκυήματα φαντασίας των δυτικών ΜΜΕ.
Ο Χάντκε έχει μια μανία με την περιγραφή της φύσης την οποία καθιστά ιερή. Είναι τα χώματα της Σερβίας, και ό,τι είναι σερβικό είναι ιερό. Η εγκληματική πολιτική του καθεστώτος Μιλόσεβιτς χάνεται μέσα σε αυτή την ωραία φύση. Επίσης δεν βλέπει στη συμπεριφορά της σερβικής μάζας καμία χειραγώγηση, απλώς την περιγράφει ως μέρος της φύσης.
Ο Χάντκε χρησιμοποιεί όλη τη μυθολογία για την ανεκτικότητα των Σέρβων και φυσικά δεν ξεχωρίζει τους καλούς από τους κακούς, τους θύτες από τα θύματα ανάμεσά τους. Όλοι είναι άγγελοι. Αφού δεν είδε τίποτα από το 1987 έως το 1991 και κατόπιν έως το 1999 να έκαναν οι Σέρβοι! (σ. 52) Αυτός είναι άθλος.
Ψάχνει παντού κάτι σατανικό, στις άλλες εθνοτικές ομάδες, ενώ αποκρύπτει οτιδήποτε αρνητικό για τους Σέρβους. Είναι σαν ένα φάντασμα που αναζητά φαντάσματα.
Στη Σρεμπρένιτσα δεν κάνει λόγο για τη γενοκτονία, αλλά για τους Σέρβους που εκδιώχθηκαν από το Σεράγεβο· αυτούς μόνο έβλεπε ως θύματα και όχι όλους τους κατοίκους του που ο Μλάντιτς βομβάρδιζε επί 41 μήνες (σ. 82).
Μιλάει για τις καφετέριες της Σερβίας, τα βουνά, τα ποτάμια, ζει σε άλλο κόσμο, και απλώς αποκρύπτει τη φρίκη των εγκλημάτων. Ψάχνει καταστροφές στη Σερβία αφού αγνόησε όλες τις άλλες.
Στις 23 Απριλίου 1999, στις 2:06 το πρωί, βομβαρδίστηκε η τηλεόραση του Βελιγραδίου με συνέπεια 16 νεκρούς. Όπως έγινε γνωστό, το καθεστώς είχε ειδοποιηθεί για τον βομβαρδισμό αυτόν, αλλά άφησε τους 16 νεαρούς να σκοτωθούν για να κατηγορηθεί ο ιμπεριαλισμός. Η μητέρα του ενός, η Ζάνκα Στογιάνοβιτς, έγραψε βιβλίο για τον γιο της Νεμπόισα που ήταν μεταξύ των θυμάτων. Η Ζάνκα σημείωσε: «Αυτό είναι κρατικό έγκλημα. Τα παιδιά θυσιάστηκαν επίτηδες». Ο διευθυντής της σερβικής τηλεόρασης Μιλάνοβιτς καταδικάστηκε το 2002 σε δέκα χρόνια φυλάκιση επειδή δεν διέταξε την εκκένωση του κτιρίου.
Ο Χάντκε, αναζητώντας μάρτυρες, βρήκε μια γυναίκα γιατρό στη Βοϊβοντίνα, η οποία δεν μπορεί να πιστέψει αυτά που κάνουν στο λαό της οι χώρες που επισκεπτόταν πάντα με μεγάλη χαρά (είχε πάει πολλές φορές στις ΗΠΑ). Αντί όμως να εκραγεί, ρωτά μόνο: «Μα είμαστε λοιπόν όντως τόσο ένοχοι;». «Για να γίνεται τέτοιο κακό θα πρέπει να υπάρχει φταίξιμο. Δεν είναι δυνατόν θα είμαστε ένοχοι, αλλά πώς και γιατί;». Και τα δικά της μάτια τώρα υγρά για τελευταία φορά σε αυτό το ταξίδι. (σ. 110-111).
Δυστυχώς, το καθεστώς στον παρανοϊκό του δρόμο είχε τεράστια επιδοκιμασία, λ.χ. έραναν με λουλούδια τα τεθωρακισμένα που πήγαιναν να καταστρέψουν το Βούκοβαρ. Ελάχιστες ήταν οι συγκεντρώσεις ανθρώπων που διαμαρτύρονταν για την εγκληματική δράση του καθεστώτος. Το ερώτημα της γυναίκας με τα δάκρυα στα μάτια καλύπτει το έγκλημα με αφελέστατο τρόπο.
Η στάση του Χάντκε είναι ρατσιστική, αφού δεν καταλαβαίνει την «πολιτική» εξουσία και ταυτίζει την εγκληματική δράση του με έναν ολόκληρο λαό που είναι το πρώτο θύμα χειραγώγησης. Για τις υπηρεσίες του προς το καθεστώς Μιλόσεβιτς, ο Χάντκε ανακηρύχθηκε το 2015 επίτιμος πολίτης του Βελιγραδίου, ενώ το 2012 είχε γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.
Σε αντίθεση με το αιτιολογικό της επιτροπής για την απονομή του Νόμπελ στον Χάντκε, ότι «με την γλωσσική του επινοητικότητα, εξερεύνησε την περιφέρεια και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης εμπειρίας», ο συγγραφέας μας έκανε το αντίθετο. Ως φανατισμένος οπαδός απέκρυψε και αποσιώπησε την ανθρώπινη εμπειρία ταυτιζόμενος με το καθυστερημένο περιθώριο και την χειραγωγημένη μάζα. Βέβαια, αυτή η στάση δεν έχει καμιά σχέση με την αναζήτηση της αλήθειας, την πνευματική εντιμότητα και την υπεράσπιση αξιών που θα όφειλε να στηρίζει η επιτροπή για το Νόμπελ.
Η έκκληση του Χάντκε για «δικαιοσύνη για τη Σερβία» σημαίνει δικαίωση και υπεράσπιση του Μιλόσεβιτς, επιδοκιμασία της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσας και όλων των εγκλημάτων του καθεστώτος. Ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 σήμαινε το τέλος του πολέμου, ενώ στην Ελλάδα, η οποία αγνόησε τα εγκλήματα της περιόδου 1991-1999, θεωρήθηκε ως ο πραγματικός πόλεμος.
Ο Χάντκε δεν πόνεσε και δεν έκλαψε για τους Σέρβους και τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας που οδηγήθηκαν σε ιστορική υποβάθμιση. Κλεισμένος στην ιδεολογική του απομόνωση και στον ναρκισσισμό του, έχοντας τη στήριξη του λαϊκισμού συνδιαλεγόταν με τους ομοίους του και απολάμβανε το χειροκρότημα. Δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους διανοουμένους της «Άλλης Σερβίας» που προειδοποιούσαν για την επερχόμενη καταστροφή και των οποίων τα κείμενα εκδόθηκαν και στα ελληνικά με τίτλο: Η επιβολή της βαρβαρότητας στη Γιουγκοσλαβία (Παρατηρητής,1998). Αυτοί οι διανοούμενοι που προσπαθούσαν να απαλλαγούν από την εγκληματική πολιτική, όπως οι Φίλιπ Ντάβιντ, Νεμπόισα Πόποβ, Βέσνα Πέσιτς, Ντούσαν Μακαβέγιεφ και δεκάδες άλλοι, ανήκαν σε άλλο κόσμο, ενώ ο Χάντκε πέρασε στην πλευρά της πνευματικής ανεντιμότητας. Η δραστηριότητά του επισφραγίστηκε με την επίσκεψή του στο Δικαστήριο της Χάγης, για να ενθαρρύνει τον Μιλόσεβιτς, αγνοώντας το κατηγορητήριο του ενός εκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων σελίδων που βάραινε το ίνδαλμά του, και την παρουσία του στη κηδεία του το 2006 όπου εκφώνησε ομιλία δικαίωσης των εγκλημάτων του.
Τι έμεινε από όλη αυτή τη δραστηριότητα του Χάντκε; Η καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας και της Σερβίας, εγκλήματα που θα βαραίνουν τις επόμενες γενιές και η ιστορική υποβάθμιση από την οικονομία ως τον πολιτισμό. Η βίαιη είσοδος των σερβικών μαζών στην ιστορία καθοδηγήθηκε από χειραγωγούς όπως ο Μιλόσεβιτς, αλλά βοηθήθηκε και από αδίστακτους δημαγωγούς όπως ο Χάντκε για τους οποίους η ηθική μετατράπηκε σε ανηθικότητα.
Αποδοκιμασία της PEN America για τη βράβευση του Χάντκε
Η οργάνωση PEN America διά της προέδρου της, συγγραφέως Τζένιφερ Ίγκαν, εξέδωσε στις 10 Οκτωβρίου την παρακάτω ανακοίνωση ως απάντηση στην επιλογή του Πέτερ Χάντκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2019:
Η PEN America γενικά δεν συνηθίζει να σχολιάζει τις βραβεύσεις άλλων οργανισμών. Αναγνωρίζουμε ότι τέτοιες αποφάσεις είναι υποκειμενικές και ότι δεν υπάρχει ομοιομορφία ως προς τα κριτήρια. Η σημερινή ανακοίνωση ωστόσο για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Πέτερ Χάντκε δεν μπορεί παρά να αποτελέσει εξαίρεση. Μας κατέπληξε η επιλογή ενός συγγραφέα ο οποίος χρησιμοποίησε τον δημόσιο λόγο του για να υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια και να προστρέξει δημοσίως τους αυτουργούς μιας γενοκτονίας, όπως τον πρώην πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και τον ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάρατζιτς.
Από το 1948, οπότε εγκρίθηκε το Καταστατικό της ΡΕΝ, η οργάνωσή μας αγωνίζεται με συνέπεια ενάντια στις ψευδείς δημοσιεύσεις, στην επί τούτου ψευδολογία και στην παραποίηση της αλήθειας. Το Καταστατικό μας επίσης μας δεσμεύει να εργαζόμαστε με στόχο «τη διάλυση του μίσους και την υποστήριξη του ιδεώδους της ειρήνης και της ισότητας για την ανθρωπότητα ως ενιαίο σύνολο». Και απορρίπτουμε την απόφαση σύμφωνα με την οποία ένας συγγραφέας που έχει κατ’ επανάληψη αμφισβητήσει εγκλήματα πολέμου τόσο εξονυχιστικά τεκμηριωμένα αξίζει να επαινείται για τη «γλωσσική του επινοητικότητα». Τη στιγμή που παρατηρείται άνοδος των εθνικισμών, των αυταρχικών καθεστώτων και της παραπληροφόρησης σε όλον τον κόσμο, η κοινότητα των γραμμάτων αξίζει κάτι καλύτερο. Μας λυπεί βαθύτατα η επιλογή της Επιτροπής του Νόμπελ Λογοτεχνίας.
«Φoνιάδες των λαών, Αμερικάνοι»
18/11/2019 § Σχολιάστε

πεδικέ αρόστιε…
Ως Πρωθυπουργός, εργάστηκε για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ με την είσοδο της Βόρειας Μακεδονίας στη Συμμαχία. Έκανε αγορές αμυντικού εξοπλισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Φίλος καρδιακός του Αμερικανού Πρέσβη. Και… συμμετείχε στην πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία, αλλά σταμάτησε εγκαίρως πριν τη Βασιλίσσης Σοφίας και πήγε μάλλον για καφέ στο Hotel Grand Bretagne.
Μπράβο του, ξέρει να δουλεύει και τους πλέον… συνειδητοποιημένους οπαδούς και μέλη του αριστερού κι αντιαμερικανικού κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ-ολέ.
Στηρίζω εκ βάθους καρδίας.
Βασίλης Ραφαηλίδης: «Η αντίσταση κατά της Χούντας ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, σχεδόν ανύπαρκτη»
17/11/2019 § Σχολιάστε
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει χωρίς περιστροφές για το Πολυτεχνείο,
τη γενιά του και την… αντίσταση κατά της χούντας

©protagon.gr
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απʼ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας ταʼλεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.
Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.
Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.
Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε.Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες…ή περίπου.
Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο. Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη. Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα. Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση. Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου. Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια. Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα. Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως. Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο. Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί. Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου. Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα. Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας. Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.
Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.
Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα.
Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας. Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.
Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απʼτους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.
Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού. Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων. Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος. Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθʼοιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.
Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει. Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.
Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.
Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απʼτην ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απʼτο εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.
Ακούστε τώρα και τον Γιώργο Σεφέρη στο περίφημο κείμενο του κατά της χούντας , γραμμένο το Μάρτιο του 1969 . Του χρειάστηκαν δυο χρόνια για να αποφασίσει να μιλήσει , λίγο πριν πεθάνει : « Είναι μια κατάσταση ( η χούντα) που όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνο και μόχθο πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στο έλος , μέσα στα τελματωμένα νερά. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου..” Γιατί κύριε ; Είναι στάση πνευματικού ανθρώπου αυτή; “Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα πολιτικό δεσμό και μπορώ να πω χωρίς φόβο και πάθος : Βλέπω μπροστά μου το γκρεμό που μας οδηγεί η καταπίεση.Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει . Είναι εθνική επιταγή…” Σύμφωνοι , σεβαστέ μου , μεγάλε ποιητή.Όμως και οι δικτάτορες για εθνική επιταγή μιλούν .
Ποιες από τις δυο εθνικές επιταγές είναι η σωστή ; Σας βεβαιώ καμία . Η δικτατορία δεν είναι λύση . Όμως ούτε η μεγαλόστομη αοριστολογία ενός σπουδαίου ποιητή που συνήθισε να κρύβεται πίσω απ` την αμφισημία της ποίησης είναι λύση . Πάντως ο Σεφέρης μίλησε . Ο Ελύτης δε μίλησε. Πάρα πολλοί δε μίλησαν.
Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα. Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού.
Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.
(Οι υπογραμμίσεις είναι της Lifo.gr) via Ρ & Λ Εμμονές
Πηγές:
- Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
- Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.
[η Ορθολοξία δέχεται την αποτέφρωση μόνο για Celebrities
11/11/2019 § Σχολιάστε

Η κήδευση της Μαρίας Κάλλας, από τον Ελληνορθόδοξο Μητροπολίτη άγιο Μελέτιο (Καραμπίνη) της Γαλλίας, στο Παρίσι στις 20 Σεπτεμβρίου 1977 στον Ελληνορθόδοξο καθεδρικό του Αγίου Στεφάνου, πριν την αποτέφρωση. Όπως αντιλαμβάνεται κάθε νοήμων, αν η Ελλάδα είχε ανεξάρτητους δημοσιογράφους, κανονικούς πολίτες και μη θεοκρατικά κόμματα (με πρώτο το ΚΚΕ), θα είχαν τεθεί επίσημα στην Εκκλησία κάποια αυτονόητα ερωτήματα (σχετικώς με πιστούς και με «δόγματα» δυο ταχυτήτων, κλπ).
Η Εκκλησία είναι μια πολύ σοβαρή παμπάλαιη επιχείρηση και ποτέ δεν κόβει δεσμούς με υπολογίσιμα τμήματα της πελατείας της.
Διαβάστε ολόκληρο το σχόλιο του Αναγνώστη Λασκαράτου ΕΔΩ >>>
*
Nota Bene
Δέσποτά μας, έχομεν ιερώς απελπισθεί μετά οξείας κατανύξεως. Το μέλλον των εισπράξεών μας προβλέπεται ζοφερόν! Μετά τες αβαφτισιές και τους (φτου!)πολιτικούς γάμους, οσονούπω εξαφανιζόλ κ α ι οι κηδείες. Πως θα ζήσωμεν Δέσποτά μας – μήπως οφείλομεν να καθιερώσομεν Ανάσταση Σταχτών αντί Ανάσταση Νεκρών, δια την Δευτέραν Παρουσίαν;;; Λέγω τώρα εγώ Δέσποτά μας.
>>>Τα Άπαντα της Μεγάλης Επιχείρησης >>>







