[Παρασκευά εγκώμιον·

18/12/2017 § Σχολιάστε

I.


«Πνεύμα ο Παρασκευάς, και τους προσκυνούντας Αυτόν εν
Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν»
[Γιάννης, καφενείο «Ο Λέντζος» 500μ.Χ.]

Όταν γίνεται λόγος περί των μυστηρίων του Παρασκευά, ας μη γεννάται εντός σου η ερώτησις: πως είναι τούτο δυνατόν; Δεν γνωρίζεις πως ο Παρασκευάς εδημιούργησε τον κόσμον εκ του μηδενός· ούτε δύνασαι να μάθεις πως ο Παρασκευάς μυστηρίως εργάζεται. Τα μυστήρια του Παρασκευά πρέπει να μείνουν διά σε μυστήρια, διότι δεν είσαι Παρασκευάς και δεν ημπορείς να γνωρίζεις ό,τι είναι γνωστόν εις μόνον Σοφόν, Παντοδύναμον Παρασκευάν. Είσαι το δημιούργημα των χειρών Του, το πλέον ασήμαντον δημιούργημά Του. Ενθυμού ότι υπήρχε καιρός, κατά τον οποίον δεν υπήρχε τίποτε, και μετά ταύτα παν ό,τι υπάρχει τώρα, εδημιουργήθη εκ του μηδενός υπό του Λόγου του Παρασκευά. «Χωρίς Αυτού ουδέ εν, ό γέγονεν» [Χρυσοβαλάντης ο εκ Περιστερώνος, Ευξείνου Πόντου 510 μ.Χ.]

*
Κυρίες και κύριοι Ανεπαρκείς:
Συνεχίζεται

η φωτογραφία είναι του αγριμολόγου

Διαβάστε τα Άπαντα του Παρασκευά

[κιμωλία δίχως κύκλο ·

29/10/2017 § Σχολιάστε

σαν την ασυνέπεια των ημερολογίων, σκόρπιες δυσκίνητες σκέψεις, όπως αμήχανα παλιά ποστάλια γραμμής Δωδεκανήσου που λικνίζονταν οκνηρά μπρος στην ανεπάρκεια του λιμανιού στη θαλπωρή, δίχως δραματικές κορυφώσεις, απαλά, φυσικά, με την επιμονή και μόνο ως -καλά κρυμμένο- σύμμαχο. Η ανεπαίσθητη, η κομψή, η εν δυνάμει κινησιολογία στα όρια της στατικότητας, λικνίζεται είπαμε, κινείται. Ώρες ώρες έρχονται στο νου· σπάνιες πια, γκογκολικές φυσιογνωμίες ανθρώπων και τόπων, με κάποιο, έστω, ρομαντικό υπόστρωμα χωρίς σφιγμένες υστερίες, χωρίς υπερτιμήσεις, χωρίς αναμενόμενα κοινότοπα κρεσέντο, μια γνήσια, απλή πιστότητα έκφρασης, μια επάρκεια. Τι κι αν φαινομενικά προσφέρω την εντύπωση ότι γάντζωσα βαθιά την άγκυρα, παραμελώντας το εικαστικό μου εγώ. Μπρος μου, ο γέρος συνέχιζε να βρίσκεται καθιστός στο ξύλινο παγκάκι απέναντι από τον ναό του Προφήτη Ηλία, το αχνό χαμόγελό του δεν έχει ακόμα διαγραφεί από την εντύπωση, τον θαυμασμό, που του προκάλεσαν τα δύο περήφανα πορφυρά άτια που προ ολίγου, ανεβοκατέβαιναν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια αμέσως μετά την δημόσια ιεροτελεστία, μόνο που τώρα το καπέλο του ήταν αφημένο πάνω στις τσαλακωμένες εφημερίδες στο χώρο πλάι του, γεγονός πρωτοφανές. Στο νου μου, χρόνια τώρα, έχω ταυτίσει τη φιγούρα, την φυσιογνωμία του με καπέλο, από τότε που νέος ακόμη, όταν ανταλλάσσαμε τον καθιερωμένο μας χαιρετισμό, ένα πρωινό καλημέρα, καθώς περνούσα με κατεύθυνση την Πραξιτέλους. Τέτοιες μικρές αλλαγές γενικότερα δεν θα έπρεπε να προκαλούν εντύπωση, όμως μία πόλη κρύβει πολλά περισσότερα από τουριστικά αξιοθέατα, κι εγώ που ζω μέσω της παρατήρησης, μου διέφυγε η ουσία. Στο μαύρο καπέλο του γέρου, υπήρχε γραμμένη, με άσπρη κιμωλία η λέξη, τέλος.

.

.

photo© Andre Kertesz, 1962 (detail)

©αγριμολόγος 2008

[hortus·

03/10/2017 § Σχολιάστε

Τρεμάμενα φυλλώματα

… που σαλεύουν στην πιο ανάλαφρη πνοή του αγέρα, ένα ατέλειωτο perpetuum mobile. Φύλλα στρογγυλά, μακριά και πλακουτσωτά, κοτσάνια από εδώ από εκεί ενδιάμεσα, πάνω κάτω και παντού κινούνται με τον αέρα, κι άλλοτε στριφογυρίζουν πάντα γύρω από το κοτσάνι τους προσφέροντας μεγαλόπρεπο θέαμα μιας ανοιχτόχρωμης και σκούρας σκουριάς αμέτρητων αποχρώσεων σαν λάμψεις που τρεμοσβήνουν· κι ενίοτε πάλλονται πάνω κάτω…

στη φωτογραφία η πίσω αυλή του αγριμολόγου

 

[η στενότητα του πρόσκαιρου καταλύματός μας·

03/07/2017 § Σχολιάστε

«Είναι η σκιά της σοβαρότητάς μου!» -αυτή είναι η τελευταία φράση του Ούλριχ με την οποία τελειώνει Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες  του Ρόμπερτ Μούζιλ–και η οποία, από τότε που τέλειωσα την ανάγνωσή του πριν τριάντα τόσα χρόνια με ακολουθεί. Παραμένει· και είναι η σκιά της σοβαρότητάς μου, με ακολουθεί όπως κάθε φορά που ξημερώνει, με στοιχειώνει όπως το καθημερινό ξύπνημα, είτε έχω το κεφάλι προς το ξυπνητήρι το οποίο προλαβαίνω σχεδόν πάντα να απενεργοποιήσω λίγο πριν την προκαθορισμένη του ώρα  -σπανίως προλαβαίνει να κάνει τη δουλειά για την οποία το αγόρασα, είτε έχω στραμμένο το κεφάλι μου προς την αντίθετη μεριά. Μου το μηνύουν οι πρώτοι θόρυβοι του δρόμου που καταφθάνουν σχετικά σβησμένοι· διότι έχω πειστεί, χωρίς τη σκιά αυτή της σοβαρότητάς μου, η ζωή δεν θα με κάλυπτε από φαινομενικά απρόβλεπτες μικροστεναχώριες κι οδύνες, κι έχω την εντύπωση, ποτέ κανείς δεν είναι σίγουρος, ότι μου σφυρίζει ξέπνοα μεν, αλλά ασταμάτητα, όπως ένα σύννεφο που κρύβει προσωρινά τον ήλιο, μου θυμίζει την στενότητα του πρόσκαιρου καταλύματος που μας έχει καταχωρηθεί, αυτού που με αυθάδεια αποκαλούμε ζωή.

Where Am I?

You are currently browsing the αφήγηση category at αγριμολογος.