iniustitiam
18/03/2016 § Σχολιάστε
Ο απόμαχος

Η μεγαλύτερη αδικία για το ανθρώπινο είδος είναι τα γηρατειά. Όχι πως έχει σημασία η ηλικία για τα ψηλά, τα μεγαλόπνοα έργα. Αλλά να, πως τώρα εγώ, ένα μεσήλικας, ένας ξεγραμμένος, μπορώ ν’ αντισταθώ με το τρεμάμενο χέρι μου στον ανεμοστρόβιλο που παρασέρνει τα πάντα; Πώς να υψώσω τη φωνή μου ν’ακουστεί μέσα από την οχλαγοή των αγοριών και κοριτσιών όταν σχολάνε απ’ το σχολείο.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια θλίψη. Είχε όμως βλέψεις για το μέλλον. Τα ‘φτιαξε λοιπόν μ’έναν καημό και κατέληξαν στο κρεβάτι. Επακολούθησε τέτοιος θρήνος, τέτοιο αναφυλητό που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν…
[Γιάννης Ανδριώτης: «Οι αποκαλύψεις του Ιωάννη«. Αθήνα, 1987]
*
(*) iniustitiam, λατ. αδικία
*
η φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου.
«Τη σαΐτα του λόγου άσ’ τηνε να ξεδώσει απ’τη χορδή του τόξου που τόσο έχεις τεντώσει»
17/03/2016 § Σχολιάστε
Anceps/Διφορούμενον

©Στράτος Φουντούλης, ακουαρέλα σε χαρτί, 1992
[…]
όπως αυτό που βιάζεται, ποτέ δεν σταματά,
κι ό,τι κι αν βρει μπροστά του, το δρόμο του τραβά,
σαν κάποια ανάγκη να τον κεντά,
έτσι τρυπώνουμε στης ανηφόρας την κλεισούρα
ο ένας πίσω από τον άλλο·
δυό-δυό δε θα χωρούσαν, γιατ’ήταν τα σκαλιά στενά.
Κι όπως, σα θέλει να πετάξει, το πελαργόνι
ανασηκώνεται και τις φτερούγες ξεδιπλώνει,
έτσι ένιωθα τη δίψα μου για μάθηση
ν’ανάβει και να σβήνει, όπως αυτός
που πάει να βγάλει τη λαλιά κι ευτύς την καταπίνει
Κι ενώ γοργά βαδίζαμε, γυρνά ο γλυκός πατέρας
και μου λέει: «Τη σαΐτα του λόγου άσ’ τηνε να ξεδώσει
απ’τη χορδή του τόξου που τόσο έχεις τεντώσει».
[…]
Η ενέργεια ετούτη γίνεται ψυχή
σαν του φυτού, που απ’ αυτήν διαφέρει,
γιατί έφτασε πια η δεύτερη, ενώ η πρώτη ακόμη ταξιδεύει·
κι έτσι δουλεύοντας, φτάνει να νιώθει, και νιώθωντας,
σαλεύει σαν το θαλασσινό σφουγγάρι· και φτιάχνει
τα όργανα της αίστησης, που από αυτήν γεννιούνται.
[…]
*
[Dante Alighieri: H Θεία Κωμωδία/Καθαρτήριο (Canto XXV, 3-18/51-57), μτφρ: Ανδρέας Ριζιώτης, Τυπωθήτω]
ζωντανοί ποτέ τους δεν υπήρξαν
16/03/2016 § Σχολιάστε
Anceps/Διφορούμενον

γλυπτό ©Στράτος Φουντούλης, καμένο ξύλο, βαμβάκι, γλάστρα, χαρτί -1994
Γλώσσες παράξενες, λαλιές φριχτές,
λόγια του πόνου κι ουρλιαχτά θυμού,
φωνές στριγκές, φωνές πνιχτές και χέρια που χτυπιούνται,
τεράστιο πανδαιμόνιο, που όλο στριφογυρίζει
στη σκοτεινή την άχρονη ατμόσφαιρα,
κι έμοιαζε με άμμο που άνεμος γοργά στροβιλίζει.
Κι εγώ, με τον κεφάλι μου σκυμμένο, μ’ απορία,
του λέγω: «Δἀσκαλε, σαν τι είν’ αυτό που ακούω;
και ποιοί’ν’ αυτοί που μοιάζουνε στον πόνο βουτηγμένοι;»
Κι αυτός: «Μές στη μιζέρια ετούτη ζούνε
οι θλιβερές ψυχές εκείνων που έχουν ζήσει
δίχως ψεγάδια, μα και χωρίς επαίνους.
Μές στον κακό χορό ανακατεμένες
με όσους αγγέλους δεν ξεσηκώθηκαν ούτε όμως και πιστοί
στο θεό στάθηκαν, παρά τον εαυτό τους θυμήθηκαν.[…]»
Ετούτοι οι τιποτένιοι, που ζωντανοί ποτέ τους δεν υπήρξαν,
ολόγυμνοι ήσαν και πολυδαγκωμένοι
από μεγάλες μύγες κι από σφήκες. […]
*
[Dante Alighieri, Η Θεία Κωμωδία/Κόλαση (Canto III, 24 -39/63-66), μτφρ: Ανδρέας Ριζιώτης, Τυπωθήτω]
να στάζει η λαμαρίνα πνιγμένους εραστές
15/03/2016 § Σχολιάστε

Στη λιτανεία
Τύμπανα πένθιμα από τα βάθη του καθρέφτη
συνόδευαν τη λιτανεία ευτυχισμένων ημερών.
Δεμένες στα κατάρτια μύθων ναυαγισμένων
– ίδια σταυροί και λάφυρα μιας συλημένης
——-Κυριακής –
να στάζει η λαμαρίνα πνιγμένους εραστές
άστρα σβησμένα γυάλινα που αέρηδες τα έσυραν
ως τις γραμμές των τρένων
ξοπίσω τρέχαν να μας φτάσουν της μάνας οι
——-ευχές
και βλοσυρά ξυπόλητα παιδιά
που χάθηκαν τα περσινά Χριστούγεννα
ψάχνοντας να ‘βρουν τον τυφλό
που σε σταθμούς πουλούσε σπαρματσέτα.
![]()
[Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου:»Ν’ανθίζουμε ως το τίποτα«, Καστανιώτης, 2004]
*
η φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου
*