[ύμνος στην ασημαντότητα ·

19/04/2020 § Σχολιάστε

Μίλαν Κούντερα

«Η ασημαντότητα, φίλε μου Ντ’ Αρντελό, είναι η ουσία της ύπαρξης. Είναι μαζί μας παντού και πάντοτε. Είναι παρούσα ακόμα και εκεί που κανένας δεν θέλει να τη δει: στις φρυκαλεότητες, στις αιματηρές μάχες, στις μεγαλύτερες δυστυχίες. Συχνά χρειάζεται θάρρος να την αναγνωρίσουμε μέσα σε τόσο δραματικες συνθήκες και να την πούμε με τ’ όνομά της. Αλλά το θέμα δεν είναι απλώς να την αναγνωρίσουμε, πρέπει να την αγαπήσουμε την ασημαντότητα, πρέπει να μάθουμε να την αγαπάμε. Εδώ, σ΄αυτό το πάρκο, μπροστά μας, κοίτα, φίλε μου, είναι παρούσα σε όλο της το μεγαλείο, μ’ όλη της την αθωότητα, μ’ όλη την ομορφιά της. Ναι, την ομορφιά της. Όπως το ‘πες κι εσύ ο ίδιος: η τέλεια και απολύτως άχρηστη ζωντάνια…, τα παιδιά που γελούν… χωρίς να ξέρουν γιατί, δεν είναι όμορφα όλα αυτά; Μύρισε, Ντ’ Αρτελό, μύρισε φίλε μου, αυτή την ασημαντότητα που μας περιβάλλει, είναι το κλειδί της σοφίας, είναι το κλειδί της ευδιαθεσίας…»

*
[Μίλαν Κούντερα, Η γιορτή της ασημαντότητας, μτφρ. Γιάννης Χάρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014

[Από τότε η ίδια η Ελλάδα, κάπου μέσα μου, ακούραστα αρμενίζει ακυβέρνητη στην άκρη της μνήμης μου ·

12/04/2020 § Σχολιάστε

Albert Camus (1913-1960) – Β

Διαβάστε το Α’ μέρος

Στο ελληνικό αρχιπέλαγο, είχα την αντίθετη εντύπωση. Καινούργια νησιά εμφανίζονταν αδιάκοπα στον κύκλο του ορίζοντα. Η άδεντρη σπονδυλική τους στήλη χάραζε τα όρια του ουρανού, οι βραχώδεις ακτές τους ξεχώριζαν καθαρά πάνω στη θάλασσα. Κανένα μπέρδεμα όλα ήταν ένας δείκτης στο σαφώς καθορισμένο φως. Κι απ’ το ένα νησί στο άλλο, αδιάκοπα, πάνω στο καραβάκι μας που παρ’ όλ’ αυτά κυλούσε, είχα την εντύπωση πως αναπηδούσα, μέρα νύχτα, στην κορφή μικρών, δροσερών κυμάτων, σε μια διαδρομή όλο αφρούς και γέλια. Από τότε η ίδια η Ελλάδα, κάπου μέσα μου, ακούραστα αρμενίζει ακυβέρνητη στην άκρη της μνήμης μου… Ε, να, κι εγώ αρμενίζω ακυβέρνητος, γίνομαι λυρικός! Σταματήστε με, αγαπητέ μου, σας παρακαλώ.

Αλήθεια, μια και το ‘φερε η κουβέντα, την ξέρετε την Ελλάδα; Όχι; Τόσο το χαλύτερο! Τι δουλειά έχουμε εμείς εκεί πέρα, σας ρωτώ; Θέλει αγνή χαρδιά. Το ξέρετε πως οι φίλοι εκεί περπατούν στο δρόμο δυο δυο και χρατιούνται απ’ το χέρι; Ναι, οι γυναίκες μένουν στο σπίτι και βλέπεις άντρες ώριμους, σεβαστούς, στολισμένους με μουστάκια, να μετρούν σοβαροί τα πεζοδρόμια με τα βήματά τους, με το χέρι μέσα στο χέρι του φίλου. Το ίδιο και στην Ανατολή μερικές φορές; Έστω. Πείτε μου όμως, θα μου χρατούσατε το χέρι στους δρόμους του Παρισιού; Α! Αστειεύομαι. Εμείς έχουμε τρόπους, η βρώμα μας ανυψώνει. Προτού πάμε στα ελληνικά νησιά, θα ‘πρεπε να πλυθούμε πολύ καλά. Ο αέρας εχεί είναι αγνός, η θάλασσα κι η χαρά φωτεινές. Κι εμείς…

Ας καθίσουμε σ’ αυτές τις σεζλόνγκ. Ποπό, ομίχλη! Είχα μείνει, νομίζω, στην απομόνωση. Ναι, θα σας πω περί τίνος πρόκειται. Αφού πάλεψα, αφού εξάντλησα την αυθάδη περηφάνια μου, αποθαρρυμένος από την αχρηστία των προσπαθειών μου, αποφάσισα να εγχαταλείψω τη συναναστροφή των ανθρώπων. Όχι, όχι, δεν έψαξα για ερημονήσι, δεν υπάρχουν πια. Κατέφυγα μονάχα στις γυναίκες. Το ξέρετε, δεν χαταδικάζουν χαμιά αδυναμία στην πραγματικότητα: θα προσπαθούσαν μάλλον να ταπεινώσουν ή να αφοπλίσουν τις δυνάμεις μας. Γι’ αυτό κι η γυναίκα είναι η ανταμοιβή όχι του πολεμιστή, αλλά του εγκληματία. Είναι το λιμάνι του, το καταφύγιό του, στο κρεβάτι της γυναίκας τον πιάνουν κατά κανόνα. Αυτή άραγε δεν είναι ό,τι μας απομένει απ’ τον επίγειο παράδεισο; Χαμένος, έτρεξα στο φυσικό μου λιμάνι. Μα δεν έλεγα πια λόγια. Έπαιζα ακόμα λιγάκι, από συνήθεια έλειπε όμως η ευρηματικότητα. Διστάζω να το ομολογήσω, από φόβο μην πω ξανά παχιά λόγια: νομίζω πως την εποχή εκείνη ένιωσα την ανάγκη ενός έρωτα. Αισχρό, έτσι; Όπως και να ‘χει, ένιωθα έναν βουβό πόνο, ένα είδος στέρησης που μ’ έκανε πιο άδειο και μου επέτρεπε, ενμέρει από ανάγκη και ενμέρει από περιέργεια, να αναλάβω κάποιες υποχρεώσεις. Εφόσον είχα ανάγκη ν’ αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος. Έκανα, μ’ άλλα λόγια, το βλάκα.

*

[Albert Camus, Η Πτώση, μτφρ. Ιωάννα Ευθυμιάδου, Γράμματα 1987

[δεν μπορούμε να μην εξουσιάζουμε ή να μην υπηρετούμε ·

10/04/2020 § Σχολιάστε

Albert Camus (1913-1960)

[..]Εξαίσιο σπίτι, ε; Οι δύο προτομές που βλέπετε εκεί είναι νέγρων σκλάβων. Ένα σύμβολο. Το σπίτι ανήκε σε δουλέμπορο. Α, την εποχή εκείνη δεν έκρυβες τα χαρτιά σου! Είχες τα κότσια, έλεγες: «Εγώ τα φυσάω, εμπορεύομαι σκλάβους, πουλάω μαύρη σάρκα». Φαντάζεστε να κάνει σήμερα κάποιος δημοσίως γνωστό πως έχει τέτοια δουλειά; Τι σκάνδαλο! Από δω τους ακούω τους παριζιάνους συναδέλφους μου. Είναι άτεγκτοι επί του θέματος, δε θα δίσταζαν να ρίξουν δυο τρεις διακηρύξεις, μπορεί και παραπάνω! Κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα πρόσθετα την υπογραφή μου στη δική τους. Δουλεία, α, όχι! Είμαστε αντίθετοι! Που αναγκαζόμαστε να την έχουμε στα σπίτια μας ή στα εργοστάσια, καλά, είναι μέσα στο πρόγραμμα, αλλά να το ‘χεις και καμάρι, πάει πολύ.

Ξέρω καλά πως δεν μπορούμε να μην εξουσιάζουμε ή να μην υπηρετούμε. Ο καθένας χρειάζεται τους σκλάβους όπως τον καθαρό αέρα. Προστάζω σημαίνει αναπνέω, συμφωνείτε; Και οι πλέον απόκληροι καταφέρνουν να αναπνεύσουν. Κι ο έσχατος στην κοινωνική κλίμακα έχει έστω σύζυγο ή παιδί. Αν είναι εργένης, σκύλο. Με δυο λόγια, η ουσία είναι να μπορείς να θυμώνεις χωρίς να ‘χει ο άλλος το δικαίωμα να σου αντιμιλήσει. «Δεν αντιμιλάνε στον πατέρα τους» το ξέρετε το ρητό; Από μιαν άποψη, είναι παράδοξο. Σε ποιον ν’ αντιμιλήσεις σ’ αυτή τη ζωή αν όχι σ’ όποιον αγαπάς; Απ’ την άλλη, είναι πειστικό. Κάποιος πρέπει να ‘χει την τελευταία λέξη.. Διαφορετικά, σε κάθε λόγο μπορεί ν’ αντιταχθεί ένας άλλος: δε θα τελειώναμε ποτέ. Η δύναμη, αντίθετα, κόβει τα πάντα. Μας πήρε καιρό, μα το καταλάβαμε. Παραδείγματος χάριν, πρέπει να το ‘χετε παρατηρήσει, η γηραιά Ευρώπη μας φιλοσοφεί επιτέλους αξιοπρόσεχτα. Δε λέμε πια, καθώς σε καιρούς αφελείς: «Έτσι πιστεύω. Ποιες είναι οι αντιρρήσεις σας;» Γίναμε σαφείς. Αντικαταστήσαμε το διάλογο με το ανακοινωθέν: «Αυτή είναι η αλήθεια, λέμε. Μπορείτε πάντα να το συζητήσετε, δε μας ενδιαφέρει. Σε λίγα όμως χρόνια, η αστυνομία θα σας δείξει πως έχω δίκιο».[..]

*

[Albert Camus, Η Πτώση, μτφρ. Ιωάννα Ευθυμιάδου, Γράμματα 1987

[πολύτιμα, ευτυχώς αβέβαια ·

05/04/2020 § Σχολιάστε

Danilo Kiš (1935-1989):
Επιλογή από τις «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα»

– Να προσέχεις να μη μολύνεις τον λόγο σου με τη γλώσσα των ιδεολογιών.
– Μη σε καταλαμβάνει η ιστορική βιασύνη και μην πιστεύεις στη μεταφορά που μιλά για τα «τρένα της Ιστορίας».
– Μην επιβιβάζεσαι, λοιπόν στα «τρένα της Ιστορίας», γιατί αποτελούν μόνον ένα ανόητο σχήμα λόγου.
– Να έχεις πάντα στο μυαλό σου τη ρήση: «Όποιος πετύχει τον στόχο του, τα έχει χάσει όλα».
– Μην ακολουθείς ανατολίτικες φιλοσοφίες, βουδισμό, ζεν κλπ., έχεις σημαντικότερα πράγματα να κάνεις.
– Μη γίνεις προφήτης, γιατί όπλο σου είναι η αμφιβολία.
– Μη στοιχηματίζεις στο εφήμερο, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Ούτε στην αιωνιότητα να στοιχηματίζεις, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Μην ψάχνεις ηθικές δικαιολογίες για εκείνους που έχουν προδώσει.
– Να φυλάγεσαι από την «τρομακτική συνέπεια».
– Μην υποστηρίζεις τη σχετικότητα όλων των αξιών: η ιεραρχία των αξιών υπάρχει.
– Μην είσαι δουλοπρεπής, γιατί οι πρίγκιπες θα σε πάρουν για υπηρέτη.
– Μην επιδεικνύεις υπεροψία, γιατί θα μοιάζεις με τους υπηρέτες των πριγκίπων.
– Να αγωνίζεσαι ενάντια στις κοινωνικές αδικίες χωρίς να το προγραμματίζεις.
– Πρόσεξε μήπως οι αγώνες σου ενάντια στις κοινωνικές αδικίες σε κάνουν να λοξοδρομήσεις.
– Να φυλάγεσαι από εκείνους που σου προσφέρουν την τελική λύση.
– Μην πηγαίνεις στον θάνατο για καμιά ιδέα, και μην πείσεις κανένα να θυσιάσει τη ζωή του.
– Μη γράφεις για εορτές και επετείους.
– Μη γράφεις εγκώμια, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Όταν όλοι γιορτάζουν, δεν υπάρχει λόγος να πάρεις κι εσύ μέρος στη γιορτή.
– Μην υπερασπίζεσαι την αλήθεια: «Μη λογομαχείς με ηλίθιους».
– Φυλάξου από τον κυνισμό, ακόμη κι αν είναι ο δικός σου.
– Να έχεις το θάρρος να αποκαλέσεις ατιμία το ποίημα του Αραγκόν που είναι αφιερωμένο στη δόξα της GPU*
– Στο άκουσμα και μόνο του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» να παραιτείσαι από κάθε περαιτέρω συζήτηση.
– Εκείνον που υποστηρίζει ότι η Κολύμα διέφερε από το Άουσβιτς, τον στέλνεις στο διάολο.
– Για εκείνον που υποστηρίζει ότι όλα αυτά αποτελούσαν «ιστορική αναγκαιότητα», ακολουθείς την ίδια τακτική.

___
(*): Σε αυτό το ποίημα με τίτλο «Χρειαζόμαστε μια Γκεπεού»(συλλογή Κόκκινο Μέτωπο, 1931), ο Αραγκόν υμνεί την GPU, τη σταλινική μυστική αστυνομία εκείνης της εποχής, που μεταξύ άλλων εξόντωσε και πολλούς ποιητές.
Σημείωσεις δικές μου: 1) Θεωρώ επίσης ατιμία ορισμένα αντίστοιχα ποιήματα του Ρίτσου, τα γνωρίζετε… 2) Θεωρώ επίσης ατιμία την αποθεωτική στάση του Μ. Γλέζου, το υμνολόγιό του που αφορούσε τον στυγνό δικτάτορα Χότζα της Αλβανίας – και  βεβαίως, δικαιώνεται μία από τις προαναφερόμενες συμβουλές: «Μη γράφεις εγκώμια, γιατί θα το μετανιώσεις»…

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.