[ασάλευτος σαν την άμμο·
10/04/2017 § Σχολιάστε
Wole Soyinka (1934 – )
Βραβείο Νόμπελ 1986, Νιγηρία

Photo: 247ureports.com δραστικά επεξεργασμένη από τον αγριμολόγο
Νύχτα
Το χέρι σου, ώ Νύχτα, πέφτει βαρύ επάνω στα βλέφαρά μου,
Δεν έχω καρδιά από υδράργυρο, σα σύννεφο σκληρή,
Για ν’ αντέξω τον πόνο που μου οργώνει τα σωθικά.
Γυναίκα σα μύδι, στο θαλασσινό μισοφέγγαρο είδα
Το φθονερό σου μάτι να σβήνει της θάλασσας
Το φωσφορισμό, να χορεύει με των κυμάτων
Τον άπαυτο ρυθμό. Κι έμεινα ανήμπορος
Ασάλευτος σαν την άμμο, στην ψυχή μου βαθιά
Άρμη και αίμα. Ώ Νύχτα, μέσα απ’ τα φύλλα σου
Σκιές κοφτερές σα μαχαίρι έχεις βρέξει
Μέχρι το κόκκαλο μ’ έχεις μουσκέψει
Δεν έχω πια πρόσωπο, αθόρυβος έγινα, όπως ο κλέφτης.
Τώρα που βγαίνουν τα στοιχειωμένα παιδιά, κρύψτε με κρύψτε με
Δέ θέλω ν’ ακούσω κανένα! Αυτές οι απόμακρες φωνές
Θα μ’ αφανίσουν· γυμνός κι απρόσκλητος θα χαθώ μες στην άφωνη νύχτα.
[Μετάφραση: ©Βαγγέλης Κάσσος, περιοδικό «λέξη» τ.61 Γενάρης 1987]
[απαλά βήματα στη νύχτα·
03/04/2017 § Σχολιάστε
Georg Trakl (1887-1914)
Μετάφραση: Έλενα Γεμενετζή

Στο αγόρι Έλις
Έλις, όταν ο κότσυφας στο μαύρο δάσος καλεί,
Ετούτο είναι ο χαμός σου.
Τα χείλι σου πίνουν την ψύχρα της κυανής βραχοπηγής.
Άφησε, όταν το μέτωπό σου αθόρυβα αιμορραγεί
Πανάρχαιους θρύλους
Και σκοτεινά οιωνίσματα.
Εσύ όμως μπαίνεις με απαλά βήματα στη νύχτα,
Που πέφτει όλο πορφυρά τσαμπιά,
Και κινείς ωραιότερα τα μπράτσα μέσα στο κυανό.
Ένας αγκαθωτός θάμνος ηχεί,
Όπου είναι τα σεληνιακά σου μάτια.
Ω, πόσον καιρό είσαι, Έλις, πεθαμένος.
Το σώμα σου είναι ένα υάκινθος,
Όπου ένας καλόγερος βυθίζει τα κερένια δάχτυλα.
Μία μαύρη σπηλιά είναι η σιωπή μας,
Από εκεί καμιά φορά προβάλλει ένα μειλίχιο ζώο
Κι αργά χαμηλώνει τα βαρειά βλέφαρα.
Στους κροτάφους σου σταλάζει μαύρη δροσιά,
Ο τελευταίος χρυσός σβησμένων άστρων.
[Α’ δημοσίευση περιοδικό λέξη, τ.11 Γενάρης ’82]
[ορόσημα του νου·
01/04/2017 § Σχολιάστε
André Breton (1896 –1966)

ΚΟΣΜΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ
Ο παίκτης με τις μπαγκέτες από λεπτοκαρυά ραμμένες στα
—μανίκια του
Καλμάρει ένα λεφούσι νεαρών λεοντοπιθήκων
Που σάλο ξεσηκώνοντας μεγάλο από το χείλος κατήλθαν
—της αβύσσου
Όλα εδώ θολώνουνε και βλέπω τη νυκτερινή διερχόμενη άμαξα
Να τη σέρνουν μεξικανικές αμφίβιες σαλαμάνδρες γνωστές ως
—αξολότλ με κάτι μπλε υποδήματα
Σπινθηροβόλα εμπασιά του δρόμου που οδηγεί όποιον τον
—τραβάει ντουγρού στον τάφο
Τον στρωμένο με βλέφαρα και με τις βλεφαρίδες τους
Των αντιποίνων ο νόμος έναν ολόκληρο λαό δεκατίζει
—αστέρων
Κι εσύ πας και μου στολίζεσαι με δρόσο μελανή
Ενώ τα τρομαλέα ορόσημα του νου
Με κόμες αμπελώδεις
Κατασχίζονται και δη κατά μήκος
Τη διάβαση ελευθερώνοντας στους πάλλευκους ερωδιούς
Που επανακτούν εξ εφόδου τη γειτονική μας λίμνη
Τα κάγκελα του θεάματος είναι ροδανισμένα θαυμασίως
Και μια εκεί επιμήκης άτρακτος επιμαρτυρεί απλώς του
—ανθρώπου το φευγιό την απόδραση
Λίγο μετά το χάραμα στις επιφανείς μηδικές πόες σε κάτι
—περιώνυμα τριφύλλια
Η ώρα
Τώρα πια είναι κάτι λιανά απ’ τα χρυσά νομίσματα της
—αθιγγανίδος που κουδουνίζουνε
Με γιρλάντες καλλιόψειες
Μια ιππεύτρια στητή ολόρθη σ’ ένα άλογο καλπάζον σ’ έναν
—ψαρή απάνω διάστικτον με βόλια αδόκητης νεροποντής
Από μακριά οι βραχίονές της είναι πάντα σε έκταση
Ο κεκονιαμένος ρόμβος από κάτω μου θυμίζει
Το αντίσκηνο με τους γαλάζιους βίσονες
Που κεντήσανε οι Ινδιάνοι που ’χα στο προσκέφαλό μου
Έξω ο αέρας προβάρει χειρόκτια από βίσκο κοινώς γκυ
Πάνω σ’ έναν πάγκο καθαρού νερού
Κόσμος σ’ ένα φιλί κόσμος
Δικά μου τα όστρακα
Τα καύκαλα της μεγάλης ουράνιας χελώνας με κοιλιά
—υδρόφιλου
Που κάθε νύχτα στο αλώνι μάχεται του έρωτα
Με τη μεγάλη μαύρη χελώνα με τη γιγαντιαία των ριζών
—σκολόπεντρα
*
[Μετάφραση©Γιώργος Κεντρωτής]
[στο πριονωτό λιμάνι των δοντιών του·
28/03/2017 § Σχολιάστε
Herman Melville (1819–1891)
Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης

Ο καρχαρίας των Μαλεδίβων Νήσων
Χλωμός κι ηλίθιος και φλεγματικός
ο καρχαρίας της θάλασσας των Μαλεδίβων νήσων.
Γύρω του και μαζί του σβέλτα ταξιδεύουνε στο μπλε
σμήνη μικρών ψαριών – τέλειοι πιλότοι.
Δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν τα μικρά ψάρια
απ’ το οστεοφυλάκιο της κοιλιάς
κι από το κοίλο πριονιστήριο στόμα του.
Γλυστρούν δίπλα στα φοβερά πλευρά του καρχαρία
και πάνε
ή εμπρός από το στόμα του περνούν
που μοιάζει με Γοργόνας.
Ή ακόμα όταν ο κίνδυνο ζυγώσει
μέσα από τρεις λευκές σειρές λαμπρών πυλώνων
στο πριονωτό λιμάνι των δοντιών του καταφεύγουν
βρίσκοντας άσυλο στης Μοίρας τα σαγόνια!
Σα φίλοι που είναι
από φιλία τον οδηγούν στα θύματά του
χωρίς ποτέ να παίρνουν μέρος στο τσιμπούσι.
Τα ψάρια είναι τα μάτια του και το μυαλό του
του ηλίθιου και χλωμού
νωχελικού εξολοθρευτή
της αποτρόπαιας σάρκα.
*
Πρώτη δημοσίευση περιοδικό ©»η λέξη», τ.4 Μάιος 1981
Στάχτες, από το αρχείο Μαρτίου 2015