«Βάφει την άμμο όπου ένας ίσκιος εχόρευε»

30/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Βάφει την άμμο όπου ένας ίσκιος εχόρευε»

(απόσπασμα) Yves Bonnefoy, «Η Μακρυνή Φωνή»  (2001)

Ι

Την άκουγα, κι ύστερα σκιάχτηκα πως δεν
Θα την ακούω πια, να μου μιλάει και να μιλάει
Μονάχη της. Φωνή απόμακρη, ένα παιδί
Στον δρόμο που παίζει, μα η νύχτα έπεσε:

Κάποιος καλεί, ‘κει που η λάμπα φεγγίζει, εκεί
Που μια πόρτα τρίζει ανοίγοντας, κι η ακτίνα
Βάφει την άμμο όπου ένας ίσκιος εχόρευε –
Γύρνα, μου ψιθυρίζουν, γύρνα, η νύχτα έπεσε.

(Γύρνα, μου ψιθυρίζαν, μα δεν εγνώριζα
Ποιος απ’ των χρόνων καλούσε έτσι τα βάθη,
Ποια μητριά δίχως μνήμη και μήτε καν πρόσωπο,
Ποια οδύνη που επόναγε πριν την γέννηση καν.)

ΙΙ

Ή αλλιώς την άκουγα σε μια άλλη αίθουσα.
Δεν γνώριζα τίποτε γι’ αυτήν εξόν την παιδική ηλικία.
Χρόνια επέρασαν, μια ζωή κράτησε σχεδόν
Εκείνο το τραγούδι της, μοναδικό μου κτήμα.

Τραγουδούσε, αν μπορείς έτσι να το πεις,
Μα όχι, κάτι πιο πολύ ανάμεσα σε ομιλία και φωνή.
Ένας τρόπος,  ο λόγος να εκκρεμεί
Όπως στο αβέβαιο πριν του εαυτού μας.

Κάποιες φορές μάλιστα δεν ήτανε καν λέξεις.
Ο ήχος μόνο απ’ όπου λέξεις λαχταρούν να βγουν,
Ο ήχος που ίσκιο έφερνε όσο και φως εξίσου,
Μήτε πλέον θόρυβος και μήτε ακόμη μουσική.

.

.

.

Μετάφραση: Μάρκος Καλεώδης, περ. Ποιητική τ.8, φθινόπωρο-χειμώνας 2011

.

«ως να πλερώσουν οι άντρες οι άνομοι τις αδικίες που έκαμαν»

14/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «ως να πλερώσουν οι άντρες οι άνομοι τις αδικίες που έκαμαν»

«Για ξύπνα, Πηνελόπη κόρη μου, τα μάτια σου να ιδούνε
ό,τι καιρούς και χρόνια αδιάκοπα λαχτάριζε η καρδιά σου!
Ήρθε ο Οδυσσέας, στο σπίτι του έφτασε, κι ας είχε αργήσει τόσο,
και τους μνηστήρες όλους σκότωσε τους άνομους, που έτρωγαν
το βιος του, ρήμαζαν το σπίτι του και παίδευαν το γιο του.»

Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη της αποκρίθη κι είπε:
«Κυρούλα, τα μυαλά σου εσήκωσαν τώρα οι θεοί᾿ μπορούνε
μαθές και τον περίσσια φρόνιμο ν᾿ αποτρελάνουν τούτοι,
μπορούν ακόμα και στον άμυαλο να δώσουν φρονιμάδα.
Αυτοί είναι που το νου σου εσάλεψαν πριν ήσουν μυαλωμένη.

Τι με αναμπαίζεις, που στο στήθος μου φωλιάζουν πίκρες μύριες,
τέτοια μωρόλογα ιστορώντας μου, κι απ᾿ το γλυκό με ασκώνεις
τον ύπνο, που άπλωνε στα μάτια μου και μ᾿ είχε αποκαρώσει;
Αφόντας ο Οδυσσέας ξεκίνησε να ιδεί την ξορκισμένη
την Κακοτροία, ποτέ δεν έγειρα σε τέτοιον ύπνο ανέγνοιο.

Κατέβα τώρα, τρέχα γύρισε στο γυναικίτη πίσω᾿
τι αν άλλη κάποια από τις σκλάβες μου που βρίσκουνται
στο σπίτι ερχόταν κι απ᾿ τον ύπνο με άσκωνε με τούτα τα μαντάτα,
άσκημα αλήθεια θα την έδιωχνα στην κάμαρα της πίσω’
εσύ αν γλιτώνεις τώρα, χρώστα το στα γερατιά σου μόνο!»

Κι η Ευρύκλεια η βάγια απηλογήθηκε και τέτοια της μιλούσε:
«Δεν παίζω εγώ μαζί σου, κόρη μου, μον᾿ είπα την αλήθεια’
ήρθε ο Οδυσσέας, στο σπίτι του έφτασε, καθώς με ακούς μπροστά σου:
κείνος ο ξένος, που στο σπίτι μας τον αψηφούσαν όλοι!
Πρέπει ο Τηλέμαχος να κάτεχε καιρό τον ερχομό του,

μα γνωστικός ως ήταν, έκρυβε του κύρη του τη γνώμη,
ως να πλερώσουν οι άντρες οι άνομοι τις αδικίες που έκαμαν.»
Είπε, κι αυτή σηκώθη ολόχαρη πηδώντας απ᾿ την κλίνη,
και τη γερόντισσα αγκαλιάζοντας με δακρυσμένα μάτια
την έκραξε και με ανεμάρπαστα μιλούσε λόγια κι είπε:

«Αχ, έλα τώρα, καλομάνα μου, την πάσα αλήθεια πες μου!
Ψέμα αν δεν είναι πως εδιάγειρε, καθώς μου λες, στο σπίτι,
πως στους μνηστήρες τους αδιάντροπους έβαλε χέρι, ως ήταν
ένας αυτός, κι εκείνοι βρίσκουνταν όλοι μαζί εδώ μέσα;»

 

[απόσπασμα –Ομήρου Οδύσσεια  -ψ–  απόδοση Νίκου Καζαντζάκη]

[link]

«ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία…»

13/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία…»

Μικρό, ενδεικτικό απόσπασμα από την αρχή του κεφαλαίου VIII του «Μπουβάρ και Πεκυσέ», του Φλωμπερ.

Ικανοποιημένοι απ’ τον τρόπο ζωής τους, θέλησαν να βελτιώσουν την κράση τους με τη γυμναστική.

Κι αφού πήραν το εγχειρίδιο του Αμορές, κοίταξαν μία μία τις εικόνες του.

Όλοι αυτοί οι νεαροί, μπρούμυτα, ανάσκελα, όρθιοι, με λυγισμένα τα πόδια, με τεντωμένα τα χέρια, που δείχνουν τη γροθιά, ανασηκώνουν βάρη, καβαλλάνε δοκάρια, σκαρφαλώνουν σ’ ανεμόσκαλες, κάνουν τούμπες σε μονόζυγα, ένα τέτοιο ξεδίπλωμα δύναμης κι ευλυγισίας ερέθισε τον πόθο τους.

Ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία του γυμναστηρίου, που περιγράφονται στον πρόλογο. Γιατί ποτέ δεν θα μπορούσαν ν’ αποκτήσουν ένα στάβλο για τ’ άλογα, ένα γήπεδο για τις ιπποδρομίες, μια στέρνα για το κολύμπι, ούτε ένα «όρος δόξας», τεχνητό λόφο με τριάντα δύο μέτρα ύψος.

Ένα ξύλινο άλογο, με το παραγέμισμα, θα ήταν δαπανηρό, δεν τ’ αποφάσισαν· η φλαμουριά που ήταν ριγμένη στον κήπο, τους χρησίμεψε για οριζόντιο δοκάρι· κι όταν έγιναν ικανοί να περπατούν πάνω, απ’ τη μια ως την άλλη άκρη, για να ‘χουν ένα κατακόρυφο. Ο Πεκυσέ σκαρφάλωσε ως απάνω. Ο Μπουβάρ γλιστρούσε, όλο ξανάπεφτε, τελικά τα παράτησε.

.

[εκδόσεις Ηριδανός 1982, μετάφραση Αντ. Μοσχοβάκης]

.

.

ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

11/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

μια παράφορη δίψα για τη ζωή

Άντον Τσέχοφ, 1860-1904

Όταν ψηλώνει το φεγγάρι, η νύχτα χλωμαίνει κι οι σκιές γίνουνται πιο έντονες. Ούτε ίχνος ομίχλης, Ο αέρας είναι διάφανος, δροσερός και χλιαρός. Ο δρόμος φαίνεται καθαρά, και μπορούμε να διακρίνουμε κοντά στο δρόμο τους μίσχους των ψηλών χορταριών. Βλέπουμε, όσο κόβει το μάτι, κρανία και πέτρες. Ύποπτες μορφές, που μοιάζουν με καλόγερους, φανερώνουνται στο σκοτεινό στο σκοτεινό βάθος της νύχτας, πιο μαύρες και πιο σκοτεινές. Μέσα στο μονότονο κρι-κρι των εντόμων που ταράζει την ακίνητη ατμόσφαιρα, ακούεται όλο και πιο συχνά το ξαφνιασμένο α-α!, κι αντηχεί η φωνή κάποιου πουλιού που ξύπνησε ή ονειρεύεται. Πλατιές σκιές γλιστρούν πάνω στην πεδιάδα, σα σύννεφα στον ουρανό, και, στο απίθανο κεμάκρυσμά τους, αν τις κοιτάξουμε πολλή ώρα, εικόνες ομιχλώδεις και φανταστικές υψώνουνται και στοιβάζουνται η μια πάνω στην άλλη… Νιωθουμε φόβο.

Κοιτάζοντας τον ωχροπράσινο ουρανό, σπαρμένο από αστέρια, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο, ούτε μια κηλίδα, νιώθουμε γιατί ο χλιαρός αέρας είναι ακίνητος, γιατί η φύση αγρυπνάει προσεχτική και δεν τολμάει να κινηθεί: φοβάται και δεν θέλει να χάσει ούτε στιγμή ζωής. Δε μπορεί κανείς να κρίνει το ατέλειωτο βάθος και την απεραντοσύνη του ουρανού παρά μόνο σα βρίσκεται στη θάλασσα ή στη στέπα, τη νύχτα, όταν λάμπει το φεγγάρι· είναι ωραίος τότε, τρομάζει και χαϊδεύει· κοιτάζει και σε τραβάει, και το χάδι του ξελογιάζει.

Περπατάμε μια ώρα, δυο ώρες… Συνταντούμε ένα μυστηριώδη πετροσωρό, ή μια πέτρινη γυναίκα που βρίσκεται στημένη εκεί, άγνωστο υπό ποιον κι από πότε. Ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη, και σιγά σιγά οι θρύλοι των στεπών, οι αφηγήσεις αυτών που συναντούμε, τα παραμύθια που ακούμε από τις γριές υπηρέτριες που κατάγουνται από τις στέπες, κι όσα αντιληφθήκαμε εμείς οι ίδιοι ή νιώσαμε με την καρδιά, μας ξανάρχονται στο νου. και τότε το κρι-κρι- των εντόμων, οι ύποπτες μορφές κι οι πετροσωροί, το γαλάζιο του ουρανού, το φως του φεγγαριού, το πέταγμα ενός νυχτοπουλιού, όλα όσα βλέπουμε κι όλα όσα ακούμε, αρχίζουν να μας φαίνουνται πως είναι ο θρίαμβος της ομορφιάς και της νιότης, ή άνθηση των δυνάμεων· και νιώθουμε μια παράφορη δίψα για τη ζωή. Η ψυχή υψώνεται σε ταυτοφωνία μ΄ αυτόν τον άγριο κι όμορφο τόπο, και θα θέλαμε να πετούσαμε μαζί με το νυχτοπούλι, πάνω από τη στέπα. Μέσα σ’ αυτό το θρίαμβο της ομορφιάς, μέσα; στο ξεχείλισμα της ευτυχίας, νιώθει κανείς την προσπάθεια και την αγωνία, λες και η στέπα καταλαβαίνει πως είναι μόνη, πως τα πλούτη της, κι ό,τι εμπνέει, χάνουνται στον κόσμο, ανώφελα για όλους, και δίχως να τραγουδιούνται από κανέναν!

.

[Άντον Τσέχοφ, (απόσπασμα) «Η Στέπα», εκδόσεις Γράμματα. Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης]

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.