΄στορίες
30/10/2015 § Σχολιάστε
4.

Lord Byron. Image: Corbis
Γράφει για τον Βύρωνα ο Roderick Beaton:
«Σε διάφορες στροφές του κορυφαίου σατιρικού ποιήματος Δον Ζουάν, οι οποίες γράφτηκαν μόλις λίγες μέρες μετά την αποτέφρωση του Σέλλεϋ, ο Βύρωνας άρχισε να δηλώνει φανερά τη νέα του ανερχόμενη πολιτική στράτευση:
Και θα πολεμήσω, τουλάχιστον
———με λέξεις (και αν
Το φέρει η τύχη – με πράξεις)
———κατά των εχθρών
της Σκέψης!
Στη συνέχεια αναγγέλλει το «απόλυτο μίσος / για κάθε μορφή δεσποτισμού σε κάθε έθνος», και παρουσιάζει ξεκάθαρα αυτές τις νέες πολιτικές αρχές:
Δεν κολακεύω το λαό·
Υπάρχουν αρκετοί Δημαγωγοί
———και χωρίς εμένα…
Ζητώ την ελευθερία των ανθρώπων
Τόσο από τον όχλο όσον και από
———βασιλείς,
τόσο από σένα όσο και από μένα.
[…]» *
Δηλώσεις, ενίοτε προκλητικές στη διάνοια, φουντώνουν όπως η μύτη ενός μωρού μέσα σε ένα καλόγουστα κατασκευασμένο καροτσάκι σε αρμονική τροχιά. Η απαλή πάλλευκη κουβέρτα λάμπει ολόγυρα. Ας το ωθήσουμε, κι ας πάρει τη θέση του ανάμεσα στ’ αστέρια. Και παρά τον φόντο του σύμπαντος κινούμαστε προς την αρμόζουσα τροχιά· ο Ποιητής· μας διαβεβαιώνει ότι δεν κινούμαστε ματαίως προς αυτήν. Ανώνυμοι γέροντες του πλήθους μας παραδίδουν τη διαφωνία τους. Ευλογία. Το εύπλαστο έρμαιο περίεργης φωτογραφίας μαρμάρου, σε σχήμα ερειπίου· υπονοεί το χέρι ενός άπιστου λαξευτή.
#
Ένας γέρος περνά κάθε πρωί με μια μαγκούρα στο ένα χέρι και το λουρί με το γαλλικό του μπουλντόγκ στο άλλο. Πάντα τον καλημερίζω κι εκείνος ορισμένες φορές μου το ανταποδίδει· όχι πάντα. Αυτό συμβαίνει ανελλιπώς κάθε πρωί. Πολλά χρόνια τώρα…
*
*
[(*) Τα του Robert Beaton είναι παρμένα από το τ.66/Οκτώβριος 2015 της Athens Review of Books, από το άρθρο του «Η Ελλάδα του Βύρωνα (1809-1824)» σε μετάφραση Λιάνας Γιαννακοπούλου]
*
[‘στορίες]
‘στορίες
23/10/2015 § Σχολιάστε
3.
Απ’ όπου και να πιάσει κανείς κείμενο του Φώυερμπαχ· μολύνεται από αυτό δημιουργικά. Οι σκοτεινοί σκοποί της φοβερής του πένας κατά των ψευδαισθήσεων της ανορθολογικής σκέψης είναι παροιμιώδεις. «Σκοπός μου είναι να αποδείξω, ότι οι δυνάμεις, στις οποίες ο άνθρωπος υποτάσσεται και τις φοβάται […] στις οποίες δεν διστάζει να προφέρει ακόμη και αιματηρές ανθρωποθυσίες, προκειμένου να τις κάνει ευνοϊκές απέναντί του, είναι μονάχα δημιουργήματα της δικής του ανελεύθερης, φοβισμένης ψυχής και του αμαθούς, απαίδευτου νου[…]»
Να γράψω κι εγώ κάτι για τον ήχο μιας διαδρομής –θα μου επιτρέψετε να διαλέξω αυτόν του νερού της βροχής· η διαδρομή ξεκινά προφανώς από τη στέγη, περνά μέσα από το κάθετο λούκι του τοίχου και καταλήγει σε ένα άλλο λούκι· το οποίο με τη σειρά του, οδηγεί το νερό μέσ’ στο σκοτεινό στόμα ενός δημόσιου φρεατίου.
Η προηγούμενη παράγραφος στερείται λυρισμού· θα μπορούσε να θεωρηθεί –και πολύ σωστά- ασύμβατη με τα λεγόμενα του Φώυερμπαχ. Δεκτόν.
Προς το παρόν, παρατηρώ τον νεαρό ένοικο του προαναφερόμενο σπιτιού με τη διαδρομή του βρόχινου νερού στο λούκι. Κείτεται ανάσκελα μέσα στη νεροποντή, πάνω στο γρασίδι, κουνά φανερά απελπισμένος το κεφάλι από μυρμήγκια που σέρνονται εισχωρώντας στο δεξί του αυτί. Ενοχλημένος επίσης από γαυγίσματα αδέσποτων σκυλιών, προκαλούν παραφωνία με τον πολυαναμενόμενο για κείνον, ήχο της βροχής. Μετά μεγάλης λύπης και απελπισίας· ψιθυρίζει δυο αράδες από το «Ήλιος ο Πρώτος» του Ελύτη -το μέγα κίνητρό του για την έκθεση στη νεροποντή:
Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Και για να δικαιολογήσω τη φαινομενικά παράλογη ύπαρξη του παρόντος κειμένου, θα προσφύγω κι εγώ με τη σειρά μου σε δυο αράδες του ιδίου ποιήματος· προς συμπαράσταση στον μουσκεμένο νεαρό μας ονειροπόλο:
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει.
***
Ας αφήσουμε λοιπόν το παρόν κείμενο, μέσα στη μακάρια ανυπαρξία του.
*
[‘στορίες]
‘στορίες
07/10/2015 § Σχολιάστε
2. Cogito

Ντεκάρτ: «Όλα υπό διερεύνηση-αμφιβάλλω για όλα» -και έρχεται τώρα –τι τώρα, εδώ και πολλούς αιώνες η τέχνη, εισαγάγωντας την αντίφαση ως λογική διαδικασία, διεκδικώντας το αποκλειστικό προνόμιο της αντινομίας προς όφελος του πολιτισμού και· εν μέσω της δυναμικής του παρόντος, θεμελιώνει τον δικό Της αποκλειστικά κόσμο, δηλαδή έναν κόσμο άλλον από αυτόν που εντάσσεται στην κριτική επιστήμη της ιστορίας· μας εισαγάγει σε ένα πνεύμα/κόσμο που θέτει -έχοντας συνείδηση της ικανότητάς Της- συνεχώς ερωτήματα, αφήνοντας μας· μια διφορούμενη εκκρεμότητα σε απαντήσεις, και οριστικές λύσεις. Αυτό συμβαίνει, όπως γνωρίζετε, με τον «Οδυσσέα», αλλά, και ως γνωστόν, στην «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου», διότι τέχνη ήταν και είναι πάντα αναζήτηση, με ή χωρίς πυξίδα. Cogito λοιπόν.
Όσο περισσότερο οι εκφρασμένες σκέψεις είναι άγνωστες μεταξύ τους, όσο περισσότερο έχουν κρατηθεί χωριστά, τόσο πιο οικεία είναι η γραπτή τους σχέση. Η τυχόν ευτυχής σύζευξή τους, ισούται με την ισχύ τους. Αυτή τους η… ανομοιογένειά ορισμένες φορές αποδεικνύεται πλέον του δέοντος εκθαμβωτική. Εκπλήσσει και μαγεύει.
Ας πάρουμε τον συμπαθή μανάβη της γειτονιάς μου. Τις προάλλες αναποδογύρισε τη σακούλα την οποία μόλις είχε γεμίσει η αφεντιά μου από μήλα και· προς μεγάλη μου έκπληξη, αντί για μήλα, τα οποία ε γ ώ ο ίδιος επαναλαμβάνω είχα γεμίσει τη χάρτινη σακούλα, εντούτοις με το αναποδογύρισμά της· αντί των μήλων, ο πάγκος γέμισε από δεκάδες χρωματιστά μολύβια. Έμεινα άφωνος. Προσπάθησε να μου δικαιολογήσει το «συμβάν», λέγοντάς μου ότι χτες δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το ζωγραφικό του έργο διότι, λόγω κάποιων ιδιαίτερων περιστάσεων, υποχρεώθηκε να μείνει αρκετές ώρες ανάσκελα, γυμνός κι ακίνητος στον καναπέ, κρατώντας στον δεξί του χέρι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Δεν ξέρω εάν εσάς, σας εκπλήσσει η προαναφερόμενη, το λιγότερο αλλόκοτη εμπειρία μου με τον μανάβη-ταχυδακτυλουργό. Εάν επιπλέον έχετε την νοσηρή άποψη ότι αυτά που αραδιάζω εδώ ως σκέψεις, φαίνονται παραλόγως άστοχα ή άσχετα με την τρέχουσα κοινή λογική, τότε ως απάντηση, υποχρεούμαι να απελευθερώσω εδώ μιαν άποψη του Καμύ βγαλμένη από την «Πτώση», αραδιάζοντάς την και εγώ με τη σειρά μου στον δικό σας, προσωπικό πάγκο:
«[…] Εγώ δεν ήμουν φτιαγμένος από τόσο καλό υλικό ώστε να συγχωρώ τις προσβολές, αλλά πάντως τις ξεχνούσα στο τέλος. Και κάποιοι άνθρωποι που περίμεναν ότι θα τους μισούσα, έβλεπαν έκπληκτοι να τους χαιρετώ στο δρόμο μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Ανάλογα τότε με τον χαρακτήρα τους, θαύμαζαν τη μεγαλοψυχία μου ή σχολίαζαν με οίκτο τη δουλοπρέπειά μου, δίχως να σκέπτονται ότι ο λόγος ήταν πολύ πιο απλός: είχα ξεχάσει ακόμη και τ’ όνομά τους.»
Σημειώστε το.
*
η φωτογραφία «Druivenfeest (γιορτή σταφυλιού), Hoeilaart 2013» είναι του αγριμολόγου.
[‘στορίες]
Η αληθινή τέχνη περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει
22/06/2015 § Σχολιάστε
«το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος»

Stratos Fountoulis, Opus Dei(?) 33, mixed media on canvas 60x60cm, 2005
Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε κάποτε γράψει στα πλαίσια αναφοράς του σε μια τότε («Αρτισύστατοι πεζογράφοι 19.10 1997») διαπίστωση εκείνου και άλλων εκείνη την εποχή, για έναν υπερκερασμό στη νεοελληνική «ποίηση»-ναι, με εισαγωγικά- και που ανεμένετο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, μια στροφή στην πεζογραφία. Δεν θα επεκταθώ στις αποσαφηνίσεις του Κ.Π. όσων αναφορά τις διαπιστώσεις του, στέκομαι σε μία μόνο παράγραφό του: «… η λογοτεχνία δεν δημιουργεί τον κόσμο με αλήθειες, αλλά με ψέματα. Μόνο με τα χρόνια και τη δουλειά αντιλαμβάνεται κανείς ότι το άμεσο βίωμα –απαραίτητο σαν φροντιστήριο- δεν διδάσκει λογοτεχνία. Όσο κοινότοπη κι αν είναι αυτή η αρχή, αξίζει πάντα να την τονίζουμε: για να πείσει ένα γραφτό πρέπει να είναι πλάσμα της φαντασίας, νεοσύστατη ζωή· αντίθετα όλες οι καταγραφές που γίνονται με αφελή απόδειξη ταυτότητας δεν πείθουν ή τουλάχιστον δεν ενδιαφέρουν. Η αληθινή λογοτεχνία περιγράφει έναν κόσμο όπου κανείς δεν έζησε, όσο οικείος κι αν δείχνει»[1]
Φυσικά ο Κ.Π. δεν είναι ο πρώτος που κάνει αυτές τις διαπιστώσεις, αρκεί να θυμηθούμε το «η ζωή μιμείται την τέχνη πολύ καλύτερα από ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή» του Όσκαρ Ουάιλντ ή τον σύγχρονο Μίλαν Κούντερα που συμπεραίνει: «Χωρίς την παρουσία του ύψιστου Κριτή, ο κόσμος εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια επικίνδυνη αμφισημία. Η μία και μοναδική Θεία Αλήθεια αποσυντέθηκε σε μυριάδες σχετικές αλήθειες, διάσπαρτες ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι γεννήθηκε ο κόσμος των Νέων χρόνων και μαζί του το μυθιστόρημα, είδωλο και πρότυπό του» και που στη συνέχεια συμπεραίνει ότι εάν το να νοήσεις μαζί με τον Καρτέσιο το «σκεπτόμενο εγώ» είναι μία στάση που ο Χέγκελ κρίνει ως ηρωική, αλλά μήπως εξίσου ηρωική δεν είναι η απόλυτη αμφισημία του Θερβάντες για να αντιμετωπίσει όχι μία μόνο κατ’ ανάγκη, απόλυτη αλήθεια, αλλά ένα πλήθος από σχετικές αλήθειες που αντιφάσκουν μεταξύ τους, «αλήθειες ενσωματωμένες σε φανταστικά εγώ που ονομάζονται μυθιστορηματικά πρόσωπα», και συνεχίζει: «το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος».[2]
Ο νατουραλιστής Ζολά όσο και εάν προσπάθησε να αποδώσει με όλες τις δυνάμεις του τεράστιου ταλέντου που πράγματι διέθετε, την πιστότητα της ζωής και της κοινωνίας, δεν απέφυγε ούτε τον κανόνα του φανταστικού εγώ αλλά ούτε και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Οι νατουραλιστικοί, λεγόμενοι κανόνες του, δεν βρήκαν την ανταπόκριση που άξιζαν στο χρόνο (διαβάζεται ελάχιστα) λόγω του απροσδιόριστου της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ή λόγω του χάους της αμφισημίας που διαποτίζει τον άνθρωπο και την έκβαση των κοινωνιών που αυτός δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί, αλλά και λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της φιλοσοφικής, αισθητικής και κριτικής σκέψης –αντιθέτως, το έργο του κατά πολύ παλαιότερου του Ζολά, του Θερβάντες αντέχει, συνεχώς επανεκδίδεται, διαβάζεται και στις μέρες μας, σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.
Η ραγδαία ανάπτυξη της κοινωνικής ευμάρειας σε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και τάξεις μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκε και ο καθοριστικός ρόλος του ανώνυμου αναγνώστη που με την αγοραστική του δύναμη και αυξανόμενη γνώση καθορίζει και επηρεάζει το βιβλίο και φυσιολογικά τον συγγραφέα που δεν μπορεί πλέον να τον αγνοήσει, αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση με την οποία, ίσως επανέλθω. Θέλω μόνο επιγραμματικά να τονίσω τη σπουδαιότητα της νέας αυτής αυξανόμενης επιρροής του αναγνώστη, και κατά πόσο στα τέλη του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα λαμβάνονταν πλέον πολύ σοβαρά υπόψη από τους δημιουργούς, χαρακτηριστικά ο Προυστ, που ως γνωστόν διάβαζε πολύ και με πάθος αναφέρει: Είναι ίδιον της μετριότητας να ισχυρίζεται «ότι το να αφηνόμαστε να μας καθοδηγούν τα βιβλία που θαυμάζουμε, αφαιρεί από την κριτική μας ικανότητα μέρος της ανεξαρτησίας της».[3] Η αλληλεπίδραση συγγραφέα/καλλιτέχνη- ανώνυμου αναγνώστη/καταναλωτή είναι πλέον γεγονός και που στο εξής θα υποχρεώσει τους δημιουργούς να αλλάξουν οριστικά τον τρόπο της έκφρασής τους γενικότερα.
Στο θέμα μας. Ας πάρουμε την κατάλληλη δημιουργική απόσταση από την πολύτροπη πραγματικότητα που θα μας επιτρέψει να την κατανοήσουμε καλύτερα, αυτό άλλωστε είναι η τέχνη. Ας πάρουμε επίσης τις αποστάσεις μας από τους προσδιορισμούς του χώρου και του χρόνου για την καταγραφή ενός οιουδήποτε συμβάντος στον κόσμο. Η τέχνη δεν απαιτεί την αλήθεια, αλλά την αληθοφάνεια.
Για τον Μπόρχες, και για πολλούς μετά από αυτόν, η μόνη πραγματικότητα είναι η γραμμένη λέξη, τίποτα πέραν αυτής· τίποτα δεν υφίσταται, είναι η μόνη οντολογικά πραγματική και η πραγματικότητα αυτή υπάρχει εφόσον υπάρχει και αναφέρεται στο γραπτό λόγο, στα κείμενα.
Τελειώνω με ένα έξοχο, σύντομο αφήγημα του δικού μας Ε.Χ. Γονατά, Τα μοσχοβούβαλα:
‘Σέρνει με το λουρί απ’ το λαιμό δυο υπέροχα κανελλιά μοσχοβούβαλα. Δίπλα της οι δυο κόρες της καμαρωτές και υπάκουες την ακολουθούν χοροπηδώντας ναζιάρικα. Ξαφνικά το ένα μοσχαράκι γυρίζει και χωρίς προφανή λόγο χώνει μια γερή δαγκωματιά στο μπούτι του πιο μικρού κοριτσιού. Η μικρούλα βγάνει τότε απ’ την τσέπη της ποδιάς της ένα μαχαιράκι και περνώντας το μπροστά απ’ τα μάτια του ατίθασου ζώου, σφίγγοντας τα δόντια, αρχίζει να χαράζει τη ράχη του, απ’ όπου τρέχει άφθονο αίμα, ενώ του λέει: «Αυτό για να σε συνετίσει, για να σου γίνει μάθημα να μην το επαναλάβεις ποτέ», και συνεχίζει να προχωρά, χοροπηδώντας ναζιάρικά’.
____________
[1] Κωστή Παπαγιώργη, Υπεραστικά, εκδόσεις Καστανιώτη
[2] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία
[3] Μαρσέλ Προυστ, Ημέρες ανάγνωσεις, εκδόσεις Ίνδικτος
©Αγριμολόγος
